Woman's Life

Γονικη παροχη!

Πάντα όταν φοβόμουν, φώναζα «μαμά μου» – αν και δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό ότι θα ερχόταν η στιγμή να αναρωτηθώ ποια είναι η πραγματική μου μαμά.

Από την Αντριάνα* όπως τα διηγήθηκε στην Ειρήνη Ρουμπεΐδου

 

Τελικά στη ζωή, όπως και στις ταινίες, κανένα μυστικό δεν μένει κρυφό για πάντα. Στη δική μου περίπτωση, χρειάστηκε να ζήσω πολλές ατυχείς συμπτώσεις μέχρι να μάθω ότι οι άνθρωποι που με μεγάλωσαν δεν είναι οι πραγματικοί μου γονείς..

 

 

Family guy

 

Μέχρι το λύκειο η ζωή μου κυλούσε ομαλά, σαν σε αμερικάνικη ταινία του Ντίσνεϊ. Είχαμε ωραίο αυτοκίνητο, ωραίο σπίτι, ωραίο σκύλο, ήμασταν οικονομικά άνετοι – απ’ όλες τις απόψεις, μια ωραία οικογένεια. Δεν μου έλειψε ποτέ τίποτα. Ίσως μόνο η παρέα μιας αδελφής ή ενός αδελφού, γιατί ήμουν μοναχοκόρη. Μοναδική παραφωνία στην τέλεια εικόνα μας ήταν το γεγονός ότι δεν έμοιαζα καθόλου στους γονείς μου. Εγώ ήμουν μικρόσωμη και μελαχρινή, ενώ εκείνοι είναι και οι δύο ψηλοί και ανοιχτόχρωμοι.

 

Το παράδοξο του ότι δεν έμοιαζα στους γονείς μου, ούτε καν σε μικρές λεπτομέρειες (μια μύτη, ένα πιγούνι), ερχόταν να διαλευκάνει –δήθεν– η επιστήμη της βιολογίας και μια κοντούλα μελαχρινή προγιαγιά, που όμως δεν ζούσε πια και δεν είχαμε φωτογραφία της, γιατί με το πέρασμα του χρόνου είχαν καταστραφεί όλες. Άλλωστε δεν είχε και πολλή σημασία, γιατί όταν είσαι παιδί δεν μπαίνεις εύκολα στη διαδικασία να αμφισβητήσεις τους γονείς σου, ειδικά όταν σε διαβεβαιώνουν ότι είσαι φτυστή η πανέμορφη προγιαγιά σου. Την παραφωνία της διαφορετικότητας τη θυμόμουν μόνο όταν κάποιος καινούριος φίλος ερχόταν σπίτι και γνώριζε την οικογένειά μου. Η ιστορία με την όμορφη προγιαγιά ήταν πάντα η απάντηση στην αθώα παρατήρηση «Μα δεν μοιάζεις καθόλου στους γονείς σου» – ούτε καν μπορώ να υπολογίσω πόσες φορές την έχω διηγηθεί. O μόνος λόγος που –κατά βάθος– με πείραζε που δεν είχα τα φυσικά κατάξανθα μαλλιά της μαμάς μου ήταν γιατί στα παραμύθια που διάβαζα μικρή όλες οι όμορφες ήταν ξανθές. Αλλά μόνο γι’ αυτό. Δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό να αμφισβητήσω την καταγωγή μου – τα άλμπουμ της οικογένειας ήταν πάντα γεμάτα φωτογραφίες απ’ όλες τις φάσεις της ζωής μου, κι αυτό μου έφτανε και μου περίσσευε. Βρέφος στην αγκαλιά της μαμάς με το μπιμπερό στο στόμα, στην κούνια, στη φλοκάτη να μπουσουλάω… Άλλες τόσες ήταν και οι ιστορίες που είχα ακούσει για το πόσο καλό και βολικό μωρό ήμουν, πως έπινα όλο το γάλα μου, αλλά μισούσα τις φρουτόκρεμες με γεύση μπανάνα.

 

 

Βασικές γνώσεις

 

Η ζωή, παρ’ όλα αυτά, μου έστειλε σε ανύποπτο χρόνο ένα μήνυμα, σαν εφόδιο για την αναζήτηση που με περίμενε. Σαν sms που δεν ξέρεις από πού ήρθε, δεν καταλαβαίνεις τι ακριβώς θέλει να πει και τελικά το αγνοείς. «Κάποιος θα έκανε λάθος» λες και το ξεχνάς.

 

Το μήνυμα που αγνόησα ήρθε στο μάθημα της βιολογίας, όταν πήγαινα β’ λυκείου. Στο κεφάλαιο που γίνεται αναφορά στην κληρονομικότητα και τις ομάδες αίματος, ο καθηγητής σκέφτηκε να μας βάλει μια απλή άσκηση για να βρούμε μόνοι μας την ομάδα αίματός μας, συνδυάζοντας τις ομάδες αίματος των γονιών μας. Έτσι, ρώτησα τη μητέρα μου τη δική της και μετά ρώτησα και τον πατέρα μου. Ξεχωριστά. Η μαμά μού είπε ότι έχει Α ρέζους αρνητικό, ο μπαμπάς έχει ΑΒ ρέζους αρνητικό κι εγώ είχα… Από μια επέμβαση που είχα κάνει παλιότερα, θυμόμουν τους γιατρούς να λένε ότι έχω 0. Το θυμόμουν γιατί είχα στενοχωρηθεί που είχα κάπου 0, ενώ ήμουν τόσο καλή μαθήτρια, ακόμη κι αν αυτό ήταν η ομάδα αίματός μου.

 

Πάντως, τώρα η εξίσωση για το μάθημα δεν μου έβγαινε. Από δύο γονείς που έχουν τις συγκεκριμένες ομάδες αίματος δεν μπορεί να βγει παιδί με ομάδα 0. Έτρεξα στη μαμά μου για να με βοηθήσει στο πρόβλημα – κι εκείνη την έκοψε κρύος ιδρώτας. Προς στιγμήν τα έχασε. Μου είπε ότι μάλλον δεν θυμόμουν καλά αυτά που είπαν οι γιατροί γιατί ήμουν άρρωστη, ότι δεν είχα 0, αλλά ότι κι εκείνη μπορεί να μη θυμόταν καλά τη δική της ομάδα – μεγάλη γυναίκα ήταν πια, ξεχνούσε εύκολα. Με διαβεβαίωσε ωστόσο ότι με την πρώτη ευκαιρία θα κάναμε όλοι εξετάσεις, για να είμαστε σίγουροι. Δεν το κάναμε. Και πολύ γρήγορα ξέχασα την υπόσχεσή της.

 

 

Αστροπελέκι

 

Το πρώτο sms το αγνόησα. Το δεύτερο, πάλι, ήταν λίγο πιο μεταφυσικό. Στο πανεπιστήμιο η κολλητή μου ασχολιόταν φανατικά με την αστρολογία, σε βαθμό που με είχε κολλήσει κι εμένα. Κάθε μέρα συζητούσαμε για ζώδια, ψάχναμε ωροσκόπους, Σελήνες κι Αφροδίτες, δικές μας και των φίλων μας. Κάποια στιγμή όμως η φίλη μου αποφάσισε να επισκεφθεί μια αστρολόγο, για να της φτιάξει τον αστρολογικό χάρτη. Η αστρολόγος τής είπε πολλά πράγματα για τη ζωή της, αξιοθαύμαστες λεπτομέρειες που ταίριαζαν με την πραγματικότητα και, φυσικά, με έκανε να ζηλέψω και να θέλω να πάω κι εγώ. Είχα άλλωστε και ένα φλερτ σε εξέλιξη εκείνη την περίοδο και ήθελα να μάθω αν άξιζε τον κόπο να ελπίζω.

 

Εμένα όμως ο αστρολογικός μου χάρτης μού έβγαλε άλλ’ αντ’ άλλων. Καμία σχέση με το ποια ήμουν, τι ζωή είχα, τι χαρακτήρας ήμουν. Η αστρολόγος μού μίλησε για μεγάλα προβλήματα στην οικογένεια, για αδέλφια που δεν είχα, για βίαιο πατέρα, για την τάση μου προς τον αλκοολισμό (ενώ εγώ σιχαίνομαι το αλκοόλ). Σαν να μιλούσε για ένα άλλο πρόσωπο, μια άλλη ζωή, σε έναν άλλο χωροχρόνο. Εκείνη, ξαφνιασμένη και προσβεβλημένη που της είπα ότι έπεφτε τόσο πολύ έξω, δήλωσε σίγουρη ότι τα στοιχεία που της είχα δώσει δεν ήταν ακριβή. Της έκανα ολόκληρη φασαρία ότι εκείνη έκανε λάθος και έφυγα – δεν μπορούσα όμως να μην αναρωτηθώ μήπως υπήρχε κάποια αλήθεια στα συμπεράσματά της. Έτσι, αποφάσισα να ξαναρωτήσω τη μητέρα μου για την ακριβή ώρα γέννησής μου. Ήμουν μάλιστα αποφασισμένη να ψάξω και την καρτέλα του μαιευτηρίου, γιατί δεν απέκλεια το ενδεχόμενο να μη θυμόταν καλά – δεν ήταν άλλωστε η πρώτη φορά που μου έλεγε ανακρίβειες. Στο κάτω κάτω, όταν με γεννούσε είχε και τον πόνο της, δεν κράταγε ρολόι, σκεφτόμουν για παρηγοριά.

 

Όταν της μίλησα όμως, εκείνη φάνηκε να μου τα μασάει, νευρίασε, μου είπε ότι δεν είχε το νου της στην ώρα εκείνες τις στιγμές και άρχισε να φωνάζει τι ήθελα πια και ασχολιόμουν με τέτοιες σαχλαμάρες, ότι οι αστρολόγοι τρώνε τα λεφτά του κόσμου και μας κοροϊδεύουν. Ενώ φαινόταν να έχει δίκιο, διέκρινα στο βλέμμα της μια ενοχή – μια ενοχή που την έβλεπα συχνά τα τελευταία χρόνια όποτε η κουβέντα στρεφόταν σε αυστηρά προσωπικά μου δεδομένα. Σχεδόν προσβλήθηκα όταν μου είπε ότι η καρτέλα μου είχε χαθεί στην τελευταία μας μετακόμιση. Δεν χάνεις έτσι τα χαρτιά που αφορούν τη μονάκριβή σου κόρη, σαν να ήταν πληρωμένος λογαριασμός της ΔΕΗ, σκέφτηκα. Νευρίασα για άλλη μια φορά, αλλά το προσπέρασα κι αυτό. Ίσως να μην ήμουν ακόμα έτοιμη να ψάξω περισσότερο για την αλήθεια.

 

Αποκάλυψη τότε

 

Πριν από δύο χρόνια έχασα το πορτοφόλι μου και χρειάστηκε να ζητήσω να ξαναεκδοθούν κάποια από τα προσωπικά μου έγγραφα, μαζί και η αστυνομική ταυτότητα. Στις νέες ταυτότητες έχεις την επιλογή να αναγράφεται και η ομάδα αίματός σου. Σκέφτηκα ότι κάτι τέτοιο είναι χρήσιμο, γιατί, άνθρωποι είμαστε, δεν ξέρεις τι τυχαίνει. Ήταν όμως και μια καλή ευκαιρία να μάθω στα σίγουρα αν είχα ακούσει καλά τότε το γιατρό να λέει ότι έχω ομάδα αίματος 0. Το αποτέλεσμα με αναστάτωσε. Τελικά, έχω όντως ομάδα αίματος 0 ρέζους θετικό. Η εξίσωση πράγματι δεν έβγαινε. Αν οι ομάδες αίματος των γονιών μου ήταν αυτές που μου είχαν πει, τότε κάτι δεν κόλλαγε. Και αυτή τη φορά δεν θα δεχόμουν μισόλογα. Θα ζητούσα αποδείξεις. Θα τους ρωτούσα τι τρέχει μ’ εμένα.

 

Εκείνο το μεσημέρι που γύρισα σπίτι με το αποτέλεσμα της εξέτασης, είχα σκεφτεί ότι κάτι δεν πήγαινε καλά, αλλά δεν τολμούσα να σκεφτώ το χειρότερο. Πώς θα μπορούσα να μην είμαι βιολογικό παιδί των γονιών μου; Αυτά συμβαίνουν μόνο στις ταινίες και ,ακόμα χειρότερα, στις βραζιλιάνικες σαπουνόπερες. Βρήκα στο σπίτι τη μαμά μου και της είπα τι είχε συμβεί, ελπίζοντας να μου πει ότι έλεγα βλακείες, να με αγκαλιάσει και να μου φέρει από το κομοδίνο της κάποιο χαρτί εξετάσεων που να λέει ότι έχει ακριβώς την ίδια ομάδα αίματος μ’ εμένα. Ότι έχουμε το ίδιο αίμα.

 

Όμως η μητέρα μου δεν έκανε τίποτε απ’ όλα αυτά. Δεν μου έδωσε καν μια εύκολη, χαζή δικαιολογία. Απλώς κάθισε στην καρέκλα και άρχισε να μου λέει την αλήθεια, σαν να ήταν έτοιμη από καιρό, σαν να είχε προβάρει ξανά και ξανά τα λόγια της. Δεν ήμουν δικό της παιδί. Oύτε του μπαμπά. Ήμουν υιοθετημένη. Είχε φοβηθεί ότι είχα φτάσει κοντά στην αλήθεια και ήθελε να τη μάθω από εκείνη και όχι από κάποιον ξένο, σε ένα μικροβιολογικό εργαστήριο. Ίσως να ένιωθε πια σίγουρη για την αγάπη μου, σαν κάτι που είχε κατοχυρώσει με τα χρόνια. Έκλαιγε, μου ζητούσε συγνώμη, μου είπε ότι γι’ αυτούς είμαι το παιδί τους, πως θα έδιναν μέχρι και τη ζωή τους για μένα, πως δεν έχουν ιδέα για τους πραγματικούς μου γονείς. Όσο για μένα, δεν άκουγα πια. Άκουγα τη φωνή της από μακριά, σαν σε όνειρο (εφιάλτη, καλύτερα), ένιωθα να συρρικνώνομαι από τον πόνο, να παγώνει το αίμα μου, να καταρρέω. Κουλουριάστηκα στην πολυθρόνα, άρχισα να κλαίω, ένιωσα μόνη, πολύ μόνη, και προδομένη. Σαν να ζούσα τόσο καιρό μες στο ψέμα και δεν ήξερα πια τι ήταν αληθινό στη ζωή μου και τι όχι.

 

Zητούνται γονείς

 

Όταν μαθαίνεις ότι οι γονείς σου δεν είναι στ’ αλήθεια γονείς σου, νιώθεις ότι δεν υπάρχει πια καμία σταθερά στη ζωή σου. Δεν ξέρεις τι είναι αληθινό απ’ όσα έχεις ζήσει, ποιοι ήξεραν για σένα και ποιοι όχι, αν αυτή η περίφημη προγιαγιά υπήρξε ποτέ ή αν ήταν ένα ακόμη παραμύθι για να κοιμάσαι ήσυχη τις νύχτες (χωρίς πολλές ενοχλητικές απορίες). Και το σημαντικότερο, δεν μπορείς να μην αναρωτιέσαι για τους πραγματικούς σου γονείς.

 

Η μητέρα μου –τέλος πάντων, η θετή μου μητέρα– μου είπε ότι δεν ήξερε τίποτα για τους πραγματικούς μου γονείς, πέρα από ένα όνομα, που θα μπορούσε να είναι και ψεύτικο. Ήταν δύο άνθρωποι σε δεινή οικονομική θέση, που έφυγαν για τη Γερμανία χωρίς δεκάρα στην τσέπη. Δεν είχαν ποτέ καμία επικοινωνία μαζί τους. Έτσι, άρχισα να ψάχνω. Έβαλα ντετέκτιβ, αγγελίες, ρώτησα στη γερμανική πρεσβεία, στα προξενεία μας στη Γερμανία, τίποτα. Έχω σκεφτεί ακόμη και το ενδεχόμενο να τους ψάξω μέσα από κάποια τηλεοπτική εκπομπή. Φοβάμαι ότι το όνομα που έχω στα χέρια μου δεν είναι αληθινό. Δεν ξέρω αν ζουν ή αν πέθαναν, δεν ξέρω αν με θυμούνται ή αν θέλουν να με ξεχάσουν, δεν ξέρω αν μετανιώνουν, αν θα με αγαπούσαν αν με γνώριζαν σήμερα, αν θα ήθελαν να με γνωρίσουν.

 

Συνεχίζω να μένω με τους θετούς μου γονείς, τους μοναδικούς γονείς που γνώρισα, και έμαθα να μην τους κρατώ κακία. Τώρα που έχει περάσει το πρώτο σοκ, αναγνωρίζω ότι αυτοί με μεγάλωσαν –και πολύ καλά μάλιστα– και τώρα μου συμπαραστέκονται στην αναζήτηση των βιολογικών γονιών μου. Ναι, θα ήθελα να μου είχαν μιλήσει νωρίτερα για την καταγωγή μου. Αυτό το λάθος τους όμως είναι πάρα πολύ μικρό τελικά μπροστά σε όλα όσα έχουν κάνει για μένα.

 

Ο κύκλος με την κιμωλία

 

Το να μάθεις ξαφνικά ότι είσαι υιοθετημένη μπορεί να σου δημιουργήσει πολλά ανάμεικτα συναισθήματα, από φόβο και ντροπή μέχρι μια ακατανίκητη ανάγκη να βρεις τους βιολογικούς σου γονείς και να μάθεις περισσότερα πράγματα για τις ρίζες σου. Σ’ αυτό τον κυκεώνα μπορεί να αγνοήσεις τα συναισθήματα των θετών σου γονιών ή ακόμη και να τους κατηγορήσεις για όσα έκαναν ή δεν έκαναν, γι’ αυτό που είναι ή που δεν είναι. Όταν τα πιο έντονα συναισθήματά σου καταλαγιάσουν κάπως, προσπάθησε να θυμηθείς ποιος σε φρόντιζε όταν ήσουν άρρωστη μικρή και να σκεφτείς ότι «γονείς» δεν αξίζουν να λέγονται μόνο όσοι γεννούν, αλλά και όσοι μεγαλώνουν ένα παιδί με όλη τους την αγάπη.

 

Η επιστήμη ξέρει

 

O πιο αξιόπιστος τρόπος για να αποδειχτεί η γονεϊκότητα (η πατρότητα και η μητρότητα ενός παιδιού) είναι το τεστ πατρότητας με εξέταση DNA. Τα αποτελέσματα αυτής της μεθόδου θεωρούνται ακριβή κατά 99,99%. Για να γίνει η γενετική ταυτοποίηση, χρειάζονται μικρές ποσότητες βιολογικού δείγματος (αίμα, τρίχες, σάλιο κ.λπ.) από τους γονείς και το παιδί. Στην Ελλάδα, τα κρατικά νοσοκομεία όπου διενεργείται τεστ γονεϊκότητας είναι ο Ευαγγελισμός, το Γενικό Κρατικό Αθηνών και το Ιπποκράτειο Θεσσαλονίκης. Σε αυτά η ανάλυση DNA γίνεται με δείγμα αίματος. Τεστ πατρότητας μπορείς να κάνεις και σε ιδιωτικά νοσοκομεία ή εξειδικευμένα κέντρα, που δέχονται και δείγματα σάλιου ή τριχών για ανάλυση.

Σχολιάστε