Woman's Life

Ειμαστε στον αερα!

Είκοσι χρόνια πριν την οικονομική κρίση η οικογένειά μου τα έχασε όλα. Κι επιζήσαμε.

Από την Παναγιώτα, όπως τα διηγήθηκε στη Χριστίνα Μπίθα

 

Στα τέλη της δεκαετίας του ’80 ήταν στη μόδα τα βαριά αρώματα του Halston. Το ξέρω καλά, γιατί τα φορούσε η μητέρα μου – είχε όλη τη σειρά. Επίσης διέθετε μια σειρά από πανάκριβες γούνες, μια ολόκληρη ντουλάπα μόνο με παπούτσια και τσιγάρα που έρχονταν από το εξωτερικό, σε κομψές κούτες και πάντα χρωματιστά. Της άρεσε να τα ανάβει με αργές κινήσεις, με το χρυσό Dupont αναπτήρα της, δώρο του μπαμπά για μια επέτειό τους. Εκείνος έκανε συλλογή από πούρα Παρτάγκας. Ήταν πολύ όμορφοι τότε κι οι δυο τους, σαν ήρωες από χολιγουντιανή ταινία. Ήμουν δεκατριών κι ο κόσμος μου ήταν ολόχρυσος.

 

Material girl

 

Από τότε που με θυμάμαι, ζούσαμε μέσα στη χλιδή. Όταν ξεκίνησε ο πατέρας μου την επιχείρησή του, τα δάνεια ήταν μικρά, τα κέρδη μεγάλα και τα όνειρα ατελείωτα. Ήδη πριν μπούμε εγώ και η δύο χρόνια μικρότερη αδελφή μου στην εφηβεία, είχε ιδρύσει μια μικρή αυτοκρατορία. Είχαμε επιχείρηση με ελληνικά ρούχα για μικρό πορτοφόλι, που έσκιζε. Δεν κάναμε ποτέ εκπτώσεις – τόσο φθηνά ήταν. Εννοείται, εκείνη την εποχή υπήρχαν ελάχιστες ξένες ανταγωνιστικές αλυσίδες ρούχων.

 

Κι έτσι, η ανέφελη ζωή συνεχιζόταν: με το καθιερωμένο σαββατιάτικο lunch στο Κολωνάκι μετά τα ψώνια με τη μαμά –εκείνη για κομψά σύνολα κι εμείς για στέκες και κοκαλάκια με στρας– και με ακριβά δείπνα με τους γονείς μας. Όταν κάποια στιγμή η περιουσία μας μεγάλωσε ακόμα περισσότερο, αγοράσαμε μια μονοκατοικία στην Κηφισιά με πισίνα και γήπεδο του τένις (που κανείς δεν χρησιμοποιούσε), ενώ είχαμε και οικόσιτη Φιλιππινέζα, την Τσέρι. Η δε μαμά μου έκρινε πως τα ονόματά μας χρειάζονταν αλλαγή – έτσι, εγώ από Παναγιώτα έγινα Πένη και η αδελφή μου, από Γεωργία, Τζώρτζια. Τις σχολικές μας διακοπές από το Κολέγιο Ψυχικού, στο οποίο φοιτούσαμε και οι δυο, τις περνούσαμε το χειμώνα για σκι στον Παρνασσό ή στο Ζερμάτ (από τότε ήταν στη μόδα), όπου νοικιάζαμε ένα σαλέ, και τα καλοκαίρια στον Αστέρα της Βουλιαγμένης και μετά διακοπές στη Μαγιόρκα και στα ελληνικά νησιά με σκάφος. Πέντε μέρες κάθε Αύγουστο ο πατέρας μου επισκεπτόταν τη γιαγιά μας στο χωριό, κάπου στην Ήπειρο. Εμείς δεν πηγαίναμε ποτέ εκεί, μας φαινόταν πολύ μπανάλ. Τόσο η βαριά προφορά της, όσο και το καλάθι με τα αβγά που κουβαλούσε μαζί της όταν ερχόταν, σπάνια, στην Αθήνα για επίσκεψη. Τη βάζαμε πάντα στον ξενώνα – η μητέρα μου θεωρούσε πως της χαλούσε το image κι έτσι, όταν καλούσε τις φίλες της για μπιρίμπα, έλεγε πάντα την ίδια δικαιολογία για να μην τη δουν, πως «είναι αδιάθετη». Δεν ξέραμε ακόμα πως αυτή η ανεπιθύμητη γιαγιά και το καλάθι από το χωριό θα μας ήταν κάποια στιγμή πολύτιμα.

 

Κάλπικη λίρα

 

Δεν θυμάμαι πώς ακριβώς ξεκίνησε η κατρακύλα· ίσως επειδή ο πατέρας μου μας είχε πάντα στα πούπουλα, φροντίζοντας να μη βγαίνουμε στιγμή από την ονειρεμένη φούσκα μας, ακόμη κι αν απέξω χαλούσε ο κόσμος. Το γεγονός ήταν πως στα ’90s τα ελληνικά ρούχα δεν θεωρούνταν πια trendy. Αυτό, σε συνδυασμό με την καλυτέρευση του βιοτικού επιπέδου των περισσοτέρων (που, ως αποτέλεσμα, μας σνόμπαραν πλέον), στάθηκε για μας καταστροφικό. Ο πατέρας μου, για να σώσει την επιχείρηση, άρχισε να δανείζεται ασύστολα από τις τράπεζες, αλλά δεν υπήρχε πια επιστροφή. Μια μέρα γύρισε νωρίτερα από το γραφείο και μας είπε πως τα χάσαμε όλα, τέρμα οι ακριβές διακοπές και τα ιδιωτικά σχολεία και οι μετέπειτα λαμπρές σπουδές στην Αμερική, για τις οποίες ήδη προετοιμαζόμασταν. Από το σοκ δεν μπορούσαμε καν να σχολιάσουμε αυτά που ακούγαμε. Νομίζαμε πως βλέπαμε έναν κακό εφιάλτη κι ότι όπου να ’ναι θα ξυπνούσαμε και όλα θα ήταν όπως πριν.

 

Την επόμενη μέρα, γύρω στις δύο το μεσημέρι, κατάλαβα μια και καλή ότι τίποτα δεν θα ήταν ξανά όπως πριν. Ο μπαμπάς είχε μείνει σπίτι και τρώγαμε όλοι μαζί αμίλητοι γύρω από το τραπέζι όταν χτύπησε το κουδούνι, μπήκε μέσα η αστυνομία, του πέρασαν χειροπέδες και του είπαν ότι συλλαμβάνεται γιατί χρωστάει στο ελληνικό κράτος και ότι το σπίτι αυτό κατάσχεται. Αμέσως άρχισαν να φορτώνουν έπιπλα, στερεοφωνικά, πίνακες σε ένα φορτηγάκι που ήταν απέξω. Λιποθύμησα. Με συνέφερε η μαμά μου σε αλλόφρονα κατάσταση. Το σπίτι μας σφραγίστηκε.

 

Περασμένα μεγαλεία

 

Ίσα που προλάβαμε να φορτώσουμε στο τζιπ κάποια ρούχα, κοσμήματα, γούνες κι ένα οικογενειακό άλμπουμ, πριν τρέξουμε στο αυτόφωρο να δούμε τον πατέρα μου. Μετά τηλεφωνήσαμε σε μια φίλη της μητέρας μου και την παρακαλέσαμε να μείνουμε εκεί το βράδυ. Το άλλο πρωί νοικιάσαμε ένα μικρό διαμέρισμα με χρήματα που μας δάνεισε εκείνη και μείναμε εκεί, μέχρι που μας τέλειωσαν. Η φίλη μάς είπε ότι δεν μπορούσε να μας δώσει άλλα – ούτε και κανείς άλλος από όσους πήραμε τηλέφωνο εκλιπαρώντας για βοήθεια. Την παραμονή της έξωσης κι από αυτό το σπίτι έφυγα και πήγα και κοιμήθηκα σε ένα παγκάκι. Δεν με ενδιέφερε εκείνη τη στιγμή αν η μαμά μου τρελαινόταν από την ανησυχία ή αν θα μου συνέβαινε κάτι κακό εκεί στα σκοτεινά. Είχα στραγγίξει τελείως από αισθήματα.

 

Μας έσωσε η γιαγιά κι ένα μικρό σπίτι που είχε στο Περιστέρι – κατάφερε να το ξενοικιάσει και μας το παραχώρησε για όσο καιρό θα χρειαζόταν. Χωρίς αυτό θα μέναμε κυριολεκτικά στο δρόμο. Οι φίλοι και οι γνωστοί δεν σήκωναν ποτέ το τηλέφωνο, δεν μπορούσαμε να βρούμε από πουθενά δανεικά, ο μπαμπάς ήταν ακόμα φυλακή, οι καταθέσεις μας ήταν δεσμευμένες και δεν είχαμε χρήματα ούτε για τα στοιχειώδη έξοδα διαβίωσης. Κάθε πρώτη του μηνός παραλαμβάναμε το καλάθι της γιαγιάς από το χωριό μ’ ένα χαρτζιλίκι μέσα για μας, εκτός από τ’ αβγά και το κρέας. Από εκείνη τη γιαγιά που κάποτε την κρύβαμε… Τι ειρωνεία! Μέχρι σήμερα επισκέπτομαι το χωριό της μία φορά το χρόνο, το ’χω κάπως σαν τάμα.

 

You gotta fight

 

Τέσσερα χρόνια μείναμε εκεί, με το καλάθι και με όσα λεφτά καταφέραμε να μαζέψουμε πουλώντας τις γούνες και τα χρυσαφικά που σώσαμε από την κατάσχεση. Ο πατέρας μας βγήκε μετά από ένα εξάμηνο  με εγγύηση και σιγά σιγά κατάφερε να ανοίξει ένα μικρό μαγαζί με ρούχα εκεί κοντά, με βοηθό την αδελφή μου. Έτσι μπορέσαμε και ορθοποδήσαμε κάπως, αν και δεν πιστεύω ότι εκείνος ξεπέρασε ποτέ όλη αυτή τη δοκιμασία και τον κοινωνικό διασυρμό. Η δε μητέρα μου βρήκε παρηγοριά στη θρησκεία.

 

Εμείς προσπαθούσαμε να τελειώσουμε το σχολείο, δημόσιο πια, και να καταφέρουμε να σπουδάσουμε κάτι – παράλληλα βοηθούσαμε στις δουλειές του σπιτιού (ανήκουστο ως τότε). Κάναμε ό,τι μπορούσαμε, προσπαθώντας να μην πέσουμε σε κατάθλιψη. Όχι επειδή πεινούσαμε ή κυκλοφορούσαμε ξυπόλυτες, αλλά επειδή ξαφνικά είχαμε χάσει τη ζωή που ξέραμε και, μαζί μ’ αυτήν, τους φίλους, την αυτοπεποίθηση, την ταυτότητά μας. Στα είκοσί μου βρήκα την πρώτη μου δουλειά, ως μεταφράστρια. Κάτι καλό μου είχε αφήσει η παλιά, «ένδοξη» εποχή, τις πολλές ξένες γλώσσες.

 

Τα παθήματα μαθήματα

 

Με τους παλιούς συμμαθητές μου έκοψα κάθε επαφή ή, μάλλον, εκείνοι ήταν που την έκοψαν – και όχι με τόσο κομψό τρόπο. Μια φορά πήγα στο σινεμά της παλιάς μου γειτονιάς από νοσταλγία. Εκεί συνάντησα μια κοπέλα με την οποία ήμασταν κολλητές για ένα ολόκληρο χειμώνα στο κολέγιο και η οποία μόλις με είδε, γύρισε το κεφάλι από την άλλη πλευρά, για να μην τη δω. Ας είναι, δεν τους κατηγορώ. Μπορεί να σταμάτησαν να με παίρνουν τηλέφωνο γιατί απλώς δεν ήξεραν τι να μου πουν, «περαστικά»; Αφού αυτό που έζησα δεν θα περάσει ποτέ. Είναι κάτι αμετάκλητο και πρέπει να μάθω να ζω με τις πληγές μου.

 

Πλέον ζω σ’ ένα σπίτι με ένα μικρό κήπο, κάποιον που με λατρεύει και δύο σκυλιά. Η αδελφή μου κρατάει το μαγαζί – ο μπαμπάς μου έχει βγει πια στη σύνταξη. Δεν πάει τόσο καλά, αλλά δεν ιδρώνει το αφτί της. Η μαμά μου εξακολουθεί να παίζει μπιρίμπα – βρήκε νέες φίλες από την εκκλησία.

 

Ύστερα από όλα αυτά αναθεώρησα τις αξίες μου στη ζωή και αν έμαθα κάτι, είναι πως ό,τι λάμπει δεν είναι χρυσός. Ή πως κι αυτός ακόμη μπορεί να χάσει τη λάμψη του. Το μόνο που έχω κρατήσει από τη «χρυσή» εποχή μας είναι το οικογενειακό άλμπουμ με τις φωτογραφίες από το Ζερμάτ κι ένα άδειο κουτί πούρων. Δεν ξέρω γιατί δεν τα πετάω. Υποθέτω πως κάποια πράγματα τα αποχωρίζεσαι δύσκολα – έστω κι αν είναι πια μια θολή ανάμνηση.

 

Who’s to blame

 

Αν σου τύχει κάτι παρόμοιο, το πιο εύκολο πράγμα είναι να τσακωθείς με όλους και να ρίξεις το φταίξιμο στους γονείς σου, που σε έφεραν σ’ αυτή την κατάσταση. Ναι, μπορεί να ήταν δικό τους λάθος. Ή μπορεί απλώς να έφεραν έτσι τα πράγματα οι ατυχείς συγκυρίες. Όπως και να ’χει, το μόνο σίγουρο είναι πως τώρα χρειάζονται την ηθική σου συμπαράσταση περισσότερο από ποτέ.

 

Πιάσε με

 

Όπως μας είπε ο ψυχολόγος -ψυχοθεραπευτής Δημήτρης Σπηλιώτης, σε περιόδους δραστικών (θετικών ή αρνητικών) αλλαγών τρόπου ζωής το άτομο βιώνει πολλές φορές μια τρομακτική αίσθηση απουσίας. Είναι δε πολύ πιθανό να περάσει από πέντε στάδια, γνωστά ως το «Kubler-Ross model»: άρνηση της πραγματικότητας, θυμός, «παζάρι» μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, κατάθλιψη, αποδοχή. Αν όλα αυτά σου φαίνονται οδυνηρά γνώριμα και δεν ξέρεις πώς να διαχειριστείς το πρόβλημά σου, δεν είσαι η μόνη. Σίγουρα, θα σε βοηθήσει αρκετά το να απευθυνθείς σε κάποιο κοντινό Κέντρο Ψυχικής Υγείας ή ακόμη και στη σχολή σου, όπου συνήθως υπάρχει κάποιος ψυχολόγος διαπιστευμένος γι’ αυτόν το λόγο (και στις δύο παραπάνω περιπτώσεις η επίσκεψη είναι εντελώς δωρεάν) όπως αυτό του Πανεπιστημίου Αθηνών: www.skf.psych.uoa.gr/

 

Σχολιάστε