Σύμφωνα με σκανδιναβική έρευνα που δημοσιεύτηκε στο βρετανικό ιατρικό περιοδικό ανοικτής πρόσβασης «BMC Medicine» και πραγματοποιήθηκε από το Νορβηγικό Ινστιτούτο Δημόσιας Υγείας, η καφεΐνη που καταναλώνει μία έγκυος σχετίζεται άμεσα με το βάρος ενός μωρού όταν αυτό γεννιέται.
Ειδικότερα, η μελέτη έδειξε ότι η κατανάλωση 200 έως 300 mg καφεΐνης την ημέρα αυξάνει κατά 27% έως 62% τον κίνδυνο γέννησης χαμηλού βάρους μωρού. Ένα μωρό που αναμένεται να γεννηθεί με μέσο βάρος 3,6 κιλών, υπολογίστηκε ότι χάνει 21 έως 28 γραμμάρια για κάθε 100 mg καφεΐνης που καταναλώνει η έγκυος μητέρα ημερησίως. Παρά το ότι ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας έχει ειδοποιήσει τις εγκύους να μην καταναλώνουν περισσότερο από 300 mg καφεϊνης την ημέρα που περιλαμβάνει ο καφές, τα αναψυκτικά, το κακάο και το τσάι, ειδικοί της έρευνας συστήνουν λιγότερο από 200mg ημερησίως!
Τα μωρά που γεννιούνται λιποβαρή, αντιμετωπίζουν αυξημένα προβλήματα υγείας, π.χ. δυσκολία ρύθμισης του επιπέδου της γλυκόζης στο αίμα τους ή αρχίζουν να μιλούν με καθυστέρηση. Οι ερευνητές σκοπεύουν να συνεχίσουν την έρευνά τους σε βάθος χρόνου για να δουν σε ποιό βαθμό τα εν λόγω παιδιά έχουν αναπτυξιακά προβλήματα κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής τους.
Η καφεΐνη περνάει μέσω του πλακούντα από την μητέρα στο έμβρυο, όπως συμβαίνει με τις θρεπτικές ουσίες και το οξυγόνο. Όμως το έμβρυο δεν διαθέτει ακόμα τα κατάλληλα ένζυμα για να αδρανοποιήσει αποτελεσματικά την καφεΐνη.
