12/09/2013 – Κατερίνα Κεχαγιά

Eϊναι λίγο παραπάνω drama queen, από το κανονικό. Αυτό είναι αλήθεια.
Της αρέσει επίσης να χτυπάει τις πόρτες με τη γροθιά της, ακόμη και αν το κουδούνι λειτουργεί.
Κάπως έτσι με ξύπνησε και προχτές.
Με ένα δυνατό και επίμονο χτύπημα, που προς στιγμήν μου φάνηκε ότι τραντάχτηκε ολόκληρο το διαμέρισμά μου.
«Ξύπνα ρε!» την ακούω να φωνάζει, όσο προσπαθώ να φτάσω στην πόρτα με τα ρολά των παραθύρων κατεβασμένα και το σκοτάδι, πίσσα.
Σκοντάφτω σε μια γόβα και βλαστημάω.
«Τι έπαθες ρε πρωινιάτικα;».
«Να, κοίτα, σου έφερα και καφέ για να μη γκρινιάζεις. Ντύσου και πάμε στη βεράντα, θέλω να σου τα λέω στο φως!».
Στρογγυλοκαθόμαστε στις πολυθρόνες του μπαλκονιού και λίγο μετά η φωνή της κάνει τις διπλανές βεράντες να γεμίζουν και αυτές με κόσμο.
«Είναι η τρίτη περίπτωση από το Γενάρη! Το διανοείσαι; Η Τρίτη! Να βγαίνεις με κάποιον, ένα, δύο, πέντε ραντεβού, να πηγαίνεις ταξίδι, να κοιμάσαι, να ξυπνάς και πάνω που αρχίζεις να δένεσαι, να σου ξεφουρνίζει το παραμυθάκι: ξέρεις, μου αρέσουν και οι άντρες!».
Προς στιγμήν και για λίγα δευτερόλεπτα, οι τσιρίδες της δεν είναι ικανές να με κρατήσουν συγκεντρωμένη.
Flashback. Οχτώ χρόνια πριν.
Ερωτευμένη όσο δεν πάει, κρατιέμαι χέρι-χέρι στις παραλίες με το Μιχάλη και νομίζω πως η αλμύρα στα φιλιά μας θα είναι αιώνια.
Εκείνος ζωγραφίζει σκίτσα μου κι εγώ του γράφω στίχους.
Με φωτογραφίζει όσο του μαγειρεύω.
Παίζουμε τα βράδια επιτραπέζια στο πάτωμα δίπλα στο τζάκι και πριν τον ύπνο μού διαβάζει Έλιοτ.
Μια ευτυχία.
Στην επέτειο του ενός μήνα μας -γιατί στα δεκαεννιά γιορτάζεις επέτειο ακόμη και για τη βδομάδα- έχω τη φαεινή ιδέα, στο πλαίσιο του εορτασμού και του άκρως συναισθηματικού κλίματος, να ομολογήσει ο ένας στον άλλο το μεγαλύτερο του μυστικό.
Τι το ‘θελα;
Ο Μιχάλης απέναντι μου, στο αγαπημένο μας μπαράκι, παίζει αμήχανα με τις ιδρωμένες παλάμες του.
«Δεν φαντάζεσαι πόσο με ανακουφίζει αυτό που πρότεινες. Και θέλω τόσο καιρό να σου μιλήσω γι’ αυτό».
«Μίλα μου μωρό μου, θέλω να ξέρω τα πάντα για σένα».
«Το λένε Σταύρο και τον γνώρισα όταν υπηρετούσα στο Βόλο…» ξεκινάει και επιτόπου κατεβάζω διακόπτες.
Μένω με βλέμμα αχανές να τον κοιτάζω στα μάτια, μη μπορώντας να αρθρώσω λέξη.
Πονάνε τα πόδια μου, μουδιάζουν τα χέρια μου, σκίζεται η καρδιά μου στη μέση.
Έχω θυμώσει, θέλω να τον δείρω, να του πετάξω το ποτήρι στη μούρη, να κατεβάσω ολόκληρο το τραπέζι, να σηκωθώ να φύγω τρέχοντας.
Αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα από αυτά.
Λες και τα γόνατα δεν αντιδρούν στις εντολές του εγκεφάλου μου, απλώς εξακολουθώ καθισμένη να τον ακούω να μου περιγράφει το love story του, με το Σταύρο.
«Και γιατί μου το λες τώρα;» κατορθώνω να ψελλίσω.
«Γιατί δε με ρώτησες ποτέ», με αποστομώνει και έχει δίκιο. Δεν τον ρώτησα ποτέ.
Είχα υπερεκτιμήσει όμως τότε το αίσθημα ευθύνης απέναντι στους άλλους, που (θα ‘πρεπε να) έχουν οι άνθρωποι.
Δεν πήγαινε καν το μυαλό μου, ότι κάποιος θα μπορούσε να αποκρύψει μία τόσο σημαντική πληροφορία.
Άλλωστε ήταν μαζί μου. Πράγμα που σημαίνει ότι του ασκούσα έλξη.
Επίσης οι αισθητήρες μου στο θέμα «μήπως είναι gay;» δεν είχαν ανάψει κανένα κόκκινο λαμπάκι.
Εκεί κατάλαβα ότι και τους αισθητήρες, υπερεκτιμημένους τους είχα.
Τσαλαπατημένη ψυχολογικά, ζαλισμένη από τις τεκίλες και βουρκωμένη, περπατάω μόνη στις 3 το πρωί στη Βασιλίσσης Σοφίας και αρνούμαι να το πιστέψω.
Εκείνος την επόμενη μέρα μου στέλνει ένα sms με τις εξής τρεις λέξεις «συγνώμη και ευχαριστώ».
Για πέντε χρόνια δεν τον βλέπω πουθενά. Εξαφανίζεται από παντού.
Μαθαίνω τυχαία μετά από καιρό, ότι μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη και ζει με το Σταύρο. Χαίρομαι για εκείνον, για την αυτογνωσία που απέκτησε και για την απόφαση που πήρε. Παράλληλα, ανακουφίζομαι με τη σκέψη ότι τουλάχιστον, δεν θα ταλαιπωρηθεί και άλλη εξαιτίας του.
Η Βίκυ στη βεράντα μου, εξακολουθεί να φωνάζει για το Λάμπρο που γνώρισε πριν δύο μήνες και έφτασε να συστήσει περιχαρής μέχρι και στη μαμά της.
Για το Λάμπρο που το προηγούμενο βράδυ της εξομολογήθηκε ότι έχει πάει με άντρα τρεις- τέσσερις φορές και ότι είναι bisexual.
«Τι bisexual μου λες; Gay είσαι!» του λέει η Βίκυ, που είναι λίγο παραδοσιακή και δεν μασάει τα λόγια της.
Έχω ορισμένες φίλες, τις οποίες δεν ενοχλεί καθόλου η αμφιφυλοφιλία στους άντρες, με τους οποίους έχουν σχέση.
Άλλωστε, οι έρευνες τη φέρνουν πολύ υψηλά σε στατιστικά νούμερα και οι γυναίκες συμφιλιώνονται όλο και περισσότερο με την ιδέα.
Ένας αμφιφυλόφιλος άντρας εφόσον το γνωρίζω, για μένα παύει αυτόματα να μου προκαλεί οποιαδήποτε έλξη.
Γρήγορα θα το κάνω εικόνα στο μυαλό μου και με την ίδια ταχύτητα που μπορεί αρχικά να είχα εντυπωσιαστεί, θα ξενερώσω.
Ωστόσο, αυτό δεν είναι παρά ένα δικό μου γούστο.
Η ένστασή μου είναι άλλού.
Εν έτει 2013, που η ομοφυλοφιλία είναι πια τόσο ελεύθερη και εντελώς αποδεκτή, ξεχυμένη στα μπαρ, στις παρέες, στα gay parade, δίπλα ή μέσα στον καθένα, υπάρχουν ακόμη άνθρωποι που επιλέγουν να την κρύψουν και να παραμυθιάσουν τους διπλανούς τους, πολλές φορές χρησιμοποιώντας τους και ως πειραματόζωα ή ως μέσο διαφυγής.
Αυτό το θεωρώ εξαιρετικά άτιμο!
Ο σεξουαλικός προσανατολισμός, δεν είναι μια ασήμαντη προσωπική πληροφορία.
Όχι τουλάχιστον, όσο ερχόμαστε σε αλληλεπίδραση με άλλους, που έχουν από εμάς βλέψεις και προσδοκίες.
Δεν μπορείς να παραβλέψεις να τον αναφέρεις, ούτε μπορείς να το αναβάλλεις σκεπτόμενος «θα της το πω, όταν έρθει η ώρα», γιατί η ώρα όσο την καθυστερείς, σίγουρα θα πάψει να είναι η σωστή.
Είναι στοιχείο ορόσημο, μόλις οι σχέσεις μας αρχίζουν να αποκτούν άρωμα ερωτικό.
Και όσο συμφιλιωμένος και αν είναι κάποιος με την αμφιφυλοφιλία του, δεν μπορεί να υποχρεώσει κανέναν άλλο να την αγκαλιάσει με τον ίδιο τρόπο, εφόσον δεν το αισθάνεται.
«…Και μου ζήτησε να του βάλω αγγούρι! Το πιστεύεις; Αγγούρι σου λέω, κανονικό, φρέσκο, παγωμένο αγγουράκι από το ψυγείο!» συνέχιζε η Βίκυ στη βεράντα μου και οι γείτονες είχαν πια ανάψει και τσιγάρο.
Το μυαλό μου ήταν ακόμα στο «Γιατί δε με ρώτησες ποτέ», που μου είχε πει ο Μιχάλης εκείνο το βράδυ της επετείου.
Οχτώ χρόνια μετά, στριφογυρνάει ακόμα στις σκέψεις μου τόσο συχνά, ώστε έχω θέσει κανόνα σε κάθε πρώτο ή δεύτερο ραντεβού, ανεξαρτήτως του τι μου λένε οι αμφίβολοι αισθητήρες μου, να ρωτάω.
Και τον τηρώ. Τους ρωτάω ευθέως και ας με στραβοκοιτάνε οι περισσότεροι.
Θεωρώ ότι είναι αδιαπραγμάτευτο δικαίωμά μου, εφόσον φλερτάρω με κάποιον, να γνωρίζω ακριβώς τις προτιμήσεις του.
Αντίστοιχα, είναι υποχρέωσή του, να τεθεί ξεκάθαρος απέναντί μου, πριν ξεκινήσει να μου χτίζει ειδυλλιακά μελλοντικά σενάρια.
Είναι ήθος, είναι τιμή, είναι σεβασμός. Είναι απλά μια πράξη ανθρωπισμού.
Στις ερωτήσεις μου, σε αυτά τα πρώτα ραντεβού, έχω ακούσει και κάνα-δυο «ναι, είμαι gay» ή «ναι, το ‘χω δοκιμάσει».
Δεν με πείραξε καθόλου.
Συνεχίσαμε τη συνάντηση και την κουβέντα μας ωραιότατα, παραγγείλαμε δεύτερη γύρα ποτά και στην πορεία γίναμε φίλοι.
Κάποιο καιρό μετά, απευθύνθηκα και τους δύο.
«Ρε συ, αν δεν σε ρωτούσα εκείνο το βράδυ, θα μου το ‘λεγες;».
«Όχι. Ή τουλάχιστον, όχι κατευθείαν», μου απάντησαν.
Αυτό όμως, με πείραξε.