Woman's Life

Δείγμα δωρεάν!!

– Έλια Ζερβού

Τον γνώρισα από μια φίλη, ήταν γιατρός και με συνοπτικές διαδικασίες, πέσαμε στο κρεβάτι του.
Τον ήθελα τρελά, τον ερωτεύτηκα κεραυνοβόλα, ήταν ο απόλυτος έρωτας.

Μου σήκωσε τη φούστα και έσκισε το δικτυωτό μοβ καλσόν μου -εσώρουχα δεν φοράω, παρά μόνο το καλοκαίρι με τις φουστίτσες.
Πρώτα μπήκε μέσα μου, και ύστερα αρχίσαμε να γδυνόμαστε.
Ήταν με μια ταπεινή λέξη, υπέροχος.
Ήταν ο άντρας της ζωής μου!
Βέβαια, το «όλη τη νύχτα περίμενα να σε γαμήσω» και το «τι κωλάρα είναι αυτή μωρό μου» μου χάλασαν λίγο την εξιδανίκευση, αλλά το αντιπαρήλθα γρήγορα, γιατί γαμούσε καλά και ήθελα να το ευχαριστηθώ.
Την άλλη μέρα κατά το μεσημέρι, πίναμε καφέ στην κουζίνα του.
Ήμουν η θεά Κάλλι που ρουφούσε Γαλλικό και κάπνιζε Prince, έχοντας τα πόδια της απλωμένα στα γόνατά του θεού Ήλιου, ο οποίος της τα χάιδευε απαλά καπνίζοντας Camel, πίνοντας Ελληνικό, και τρώγοντας έναν μπαγιάτικο λουκουμά.
Την τρίτη φορά που μου πρόσφερε λουκουμά είπα να μην αρνηθώ πάλι, και έφαγα ένα κομματάκι.
Ξερός και ξινός ήτανε, τα χέρια μου γεμίσανε ζάχαρες, τζάμπα οι 25 θερμίδες και η ευγένεια.

Σηκώθηκα να πάρω μια χαρτοπετσέτα να σκουπιστώ.
Και τότε είδα όλες τις εταιρίες μαζικής εστίασης στη θήκη για τις χαρτοπετσέτες.
Χαρτοπετσέτες από τα Starbucks, τα Mac Donalds, το Everest, το «Γρηγόρης μικρογεύματα».
Mερικές έγραφαν και «Πατσατζίδικο ο Ξενύχτης».

«Πού τις μάζεψες όλες αυτές τις χαρτοπετσέτες;» τον ρωτάω.
«Από τα μαγαζιά που τρώω. Σιγά μην αγοράζω απ΄ το Σούπερ Μάρκετ».
Και ανοίγει ένα μεταλλικό κουτί που ήταν πάνω στο τραπέζι.
«…Κοίτα εδώ!» μου λέει χαμογελώντας περήφανα.
Πάω κοντά και τι να δω;
Αμέτρητα φακελάκια με ζάχαρη, αλάτι, πιπέρι, μαγιονέζα, ketchup, barbecue sauce και οδοντογλυφίδες.
Ο άντρας της ζωής μου ξετίναζε τα μαγαζιά που έτρωγε.
Την άκουσα για λίγο, σφίχτηκα, αλλά ααα!…δεν θα επέτρεπα σε μια λεπτομέρεια να μου χαλάσει τη φάση.
Σκούπισα τα χέρια σε μια χαρτοπετσέτα Everest και τα έπλυνα στον νεροχύτη με ένα απορρυπαντικό πιάτων, Δείγμα Δωρεάν.
Γιατί;…
Πειράζει που είχε δειγματάκι απορρυπαντικού πιάτων στον νεροχύτη, σκέφτομαι.
Κι εγώ όταν μου δίνουν τα δοκιμάζω, μήπως ανακαλύψω κανένα καλύτερο από το δικό μου.
Κακό είναι;

Γύρισα και κάθισα στην καρέκλα μου.
Τη στιγμή εκείνη ο Ορέστης σηκωνόταν όρθιος και με ένα «έρχομαι» εξαφανίστηκε κάπου στο σπίτι.
Άναψα τσιγάρο και άρχισα να κοιτάζω γύρω μου.
Για γιατρός μικρό σπίτι είχε. Ένα σκέτο δυομισάρι.

Θα μου πεις εργένης είναι, τι να το κάνει το μεγαλύτερο;
Ε, πώς;
Και λίγη μόστρα δεν βλάπτει.
Δε βαριέσαι όμως; Εκεί θα κολλήσουμε τώρα;
Ο άνθρωπος χτες βράδυ με πήγε στον Πλούτωνα με ποδήλατο, αυτά θα κοιτάζω;
Αυτά, αν το καλοσκεφτεί κανείς δηλαδή, είναι συμπληρώματα για ελλιπείς προσωπικότητες και ανασφαλείς ανθρώπους.
Ο Ορέστης είναι αυτάρκης και απέριττος.
Κάνει μπαμ από παντού αυτό.

Και μην ξεχνάμε ότι είναι γοητευτικός, πτυχιούχος, όχι κάνα ντουβάρι, και πάνω απ΄ όλα τον κοιτάζω στα μάτια και λειώνω.

Έφαγα καλά από τους ματσωμένους, τους μουράτους, και τους καλλιτέχνες τόσα χρόνια.
Εξ΄ άλλου, κλινικός ψυχολόγος είναι ο άνθρωπος, θα έχει ψάξει καλά και το μέσα του και το έξω του.
Να μάθω τίποτα καινούργιο να ξεστραβωθώ.
Τελμάτωσα μια ζωή στις ίδιες ανούσιες γενικότητες.
Έσβησα το τσιγάρο μου στο τασάκι «Καφενείο η Συνάντηση» και τότε είδα το κινητό του πάνω στο τραπέζι.
Αμάν!
Μ’ έπιασε η γνωστή φαγούρα.
Μη δω το κινητό του γκόμενου και δεν το ψάξω.
Έχω χαλάσει σχέσεις και σχέσεις από το κινητό.
Άπλωσα το χέρι.
«Μη μωρή Κατίνα!» τσίριξε μια φωνή μέσα μου.
Πήρα το χέρι πίσω και η φωνή το βούλωσε.

Ναι, αλλά εγώ δεν καταλαβαίνω από αυτά.
Βουτάω το κινητό και αρχίζω να ψάχνω στο μενού για τα μηνύματα, ενώ η φωνή ούρλιαζε μέσα μου σαν υστερική.
«Μηηη!!!».
«Σκάσε μωρή! Εγώ θα το ψάξω!»
«…Ψάξτο ρε ηλίθια! Χεσμένη σ΄ έχω, άει στο διάλο!» μου απαντάει η φωνή και σκάει.

Μενού, μηνύματα, μήνυμα πρώτο, από Μαρία: «Ακόμα να με πάρεις τηλέφωνο. Περιμένω Ορέστη!».
Ωραία, την έχει γραμμένη τη Μαρία.
Μήνυμα δεύτερο, από Έλενα: «Τα κανόνισα όλα. Φιλάκια μωρό μου».

Η Έλενα ομολογουμένως, δεν μου άρεσε.
Μήνυμα τρίτο, από Δήμητρα: «Σε σκέφτομαι και…».

«Εύα, να σου πω…» ακούστηκε ξαφνικά η φωνή του.
Τα ‘παιξα! Το κινητό άρχιζε να χοροπηδάει στα χέρια μου σαν βαζελινωμένος βάτραχος, το φωτάκι της οθόνης ήταν αναμμένο, ήμουν μέσα σε ένα μήνυμα, κι αυτός ερχόταν!

«Μωρή μαλακισμένη, καλά να πάθεις!» ακούω πάλι τη φωνή.
Το κινητό προσγειωνόταν στο πάτωμα, το ‘πιασα στο φτερό λίγο πριν γίνει κομμάτια, και σαν τρελή βγήκα από το μενού αμέσως.
Αλλά το κωλοφωτάκι στην οθόνη παρέμενε αναμμένο και μου φάνηκε ότι διάβασα την Ιλιάδα μέχρι να σβήσει.
Γαμιέται η Νokia και ο ηλίθιος που το σχεδίασε αλλά δεν σκέφτηκε να το κάνει να σβήνει αμέσως, ειδικά σε τέτοιες περιπτώσεις.

Έφτιαξα τα μαλλιά μου, κι έκατσα ίσια στην καρέκλα κάνοντας την άσχετη.
Αλλά δεν ερχόταν.
Τι στο διάλο;
Κοιτάζω, τίποτα. Σε λίγο τον ξανακούω.
«Εύα, έλα να σου πω!».
Έσκυψα το κορμί μου προς την πόρτα με απορία.
«Α, εγώ να ‘ρθω; …Έρχομαι».

Σηκώθηκα σιχτιρίζοντας που δεν διάβασα όλο το μήνυμα της καριόλας που έλεγε ότι τον σκέφτεται.
Αλλά δεν πειράζει, θα το διαβάσω με την πρώτη ευκαιρία.

Έστριψα στο διάδρομο φωνάζοντας:
«Πού είσαι;».
«Εδώ, στο μπάνιο».
Φάτσα το μπάνιο 2 μέτρα διάδρομος, ήμουν κιόλας απ΄ έξω.
Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Τη σπρώχνω διστακτικά ρωτώντας:
«Να μπω;».
«Τι σου λέω τόση ώρα; Μπες».

Μπαίνω τότε και βλέπω τον άντρα της ζωής μου να κάθεται ξεβράκωτος στη λεκάνη και να χέζει, κρατώντας ένα περιοδικό στα χέρια.
Πάγωσα.
Ο άντρας της ζωής μου χέζει;
Και αν χέζει, σημαίνει ότι ξέρει πως χέζω κι εγώ;

Δεν θυμάμαι πώς κατάφερα να μη δείξω τον πανικό μου μπροστά σ΄ αυτό το θέαμα, ώστε αυτός να κλείσει το περιοδικό και να μου απευθυνθεί με το πιο φυσικό ύφος:
«Λέω να πάμε για φαγητό στο Ουζερί ενός φίλου. Θέλεις;».
Και πριν προλάβω να απαντήσω, σηκώνεται, τραβάει το καζανάκι, κάθεται με τον κώλο μέσα στη μπανιέρα, παίρνει το ντους και ένα αφρόλουτρο –δείγμα δωρεάν, το πρόσεξα μες στη φρίκη μου- και αρχίζει να πλένεται.
«Τι λες, είσαι;».
«Ε;;…Εί…εί…είμαι….» ψέλλισα.
«Ωραία, ετοιμάσου να φύγουμε».
Χωρίς να μιλήσω, βγήκα από το μπάνιο και πήγα στην κρεβατοκάμαρα περπατώντας σαν Γκέισα με περίοδο.
Άρχισα να φοράω με αργές κινήσεις το καλσόν που πάντα έχω εφεδρικό στην τσάντα, γιατί στην ενεργή Πολιτική όλο και κάνα καλσόν θα σκίσεις, και ο Ορέστης χτες βράδυ ήτανε Πρωθυπουργός.

Ξεφύσηξα.
Μα είναι δυνατόν να χέζει μπροστά μου αυτός ο άντρας ο υπέροχος, ο ερωτικός, ο με τα μηνύματα από τόσες γκόμενες;
Και ύστερα να πλένει τον κώλο του, επίσης μπροστά μου;
Τι σχέση υπάρχει ανάμεσα στον απόλυτο έρωτα και τα σκατά;
Ήταν κάρμα να γνωρίσω αυτόν τον άντρα, αλλά το σκατό στη μέση πώς εξηγείται;
Αλίμονο αν αρχίσουμε να ερμηνεύουμε και τα σκατά.

Τι να κάνω; Κανονικά σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση θα είχα ξενερώσει, αλλά αυτόν τον θέλω.
Πώς γίνεται;

Η αλήθεια βέβαια είναι ότι το μπάνιο δεν βρώμαγε καθόλου, να μην πω ότι μύριζε και ελαφρύ άρωμα τριαντάφυλλου.
Είχε ψεκάσει με κάποιο αποσμητικό χώρου, ή αυτό ήταν ο απόλυτος έρωτας, να σου μυρίζουν τα σκατά του άλλου τριαντάφυλλο;
Επίσης, σκέφτηκα, αυτός ο άντρας ήταν πολύ καθαρός, κάτι που εκτιμώ απεριόριστα γιατί οι περισσότεροι άντρες δεν είναι. Ή, μισό-είναι.
Δεν θυμάμαι κανένα από τους πρώην μου να πλένεται μετά την τουαλέτα.
Λίγο χαρτί υγείας κι έξω απ΄ την πόρτα.
Με την ευκαιρία, πρόσεξα ότι το χαρτί υγείας δεν ήταν δείγμα δωρεάν.
Όχι, αυτό πρέπει να το πω.
Το θέαμα στο μπάνιο επισκίασε τις χαρτοπετσέτες, τις μαγιονέζες, και τα αλατοπίπερα.
Εκείνο που ήξερα τώρα, ήταν πως αυτός ο άντρας, ο Ορέστης, δεν έμοιαζε στους άλλους.

Έκανε κακά του μπροστά μου και τον ερωτευόμουν.
Είχε πάρε -δώσε με ένα σωρό γκόμενες και το ξέχασα μόλις τον είδα να χέζει.

Ζούσε με κλεμμένες χαρτοπετσέτες και δειγματάκια δωρεάν σαν άνεργος, ενώ περίμενε να γίνει Διοικητής στο Ψυχιατρείο που εργαζόταν.
Κάναμε έρωτα και μόνο που τον ένιωσα μέσα μου, χωρίς να κάνει τίποτα το ιδιαίτερο, το σώμα μου αντιλαμβανόταν κάθε εκατοστό της επικράτειας του.
Ήθελα να μείνω μαζί του για πάντα.
Αλλά δεν μπόρεσα να τον αλλάξω…Συνέχισε να πηγαίνει τουαλέτα…

Σχολιάστε