27/12/2013 – Κατερίνα Κεχαγιά

«Ο Γιάννης Μπέζος έκανε θαυμάστρια να κλάψει.» Ο τίτλος κάνει το γύρο του διαδικτύου.
Του ελληνικού σοβαροφανούς, καλλιεργημένου, πνευματώδους διαδικτύου.
Στο τέλος των άρθρων, που ο Θεός να τα κάνει, λογής πικρόχολα σχόλια απλώς αποδεικνύουν ότι ο Έλληνας άλλη δουλειά δεν έχει χρονιάρες μέρες, από το να ξεσπάει πίσω από πληκτρολόγια.
Η επανάσταση του πισινού και του καναπέ.
Η αλήθεια είναι, πως όπως και να το κάνουμε, αποτελεί χόμπι μας αγαπημένο, περασμένο με έναν διαολεμένο τρόπο στο dna μας και αυτό μας χαρίζει άλλοθι απλόχερο.
Φαντάζομαι τον Μπέζο να τα διαβάζει με τους οικείους του και να ξεκαρδίζεται.
Στη χώρα που μας έλαχε να ζήσουμε, το καλλιτεχνόμετρο μετράει αλλόκοτα.
Δεν αρκεί το μεράκι, το ταλέντο, η συνέπεια και η αφοσίωση στην τέχνη σου.
Πρέπει να είσαι έξω καρδιά, ευχάριστος, κοινωνικός, προσιτός, φιλικός, γλετζές, ιδανικά και single.
Πρέπει να είσαι διασκεδαστής εντός και εκτός stage.
Δεν επιτρέπεται να έχεις τις μαύρες σου, να προσπαθείς να διαφυλάξεις την ιδιωτικότητά σου, να αποφύγεις κάμερα παπαράτσι, πόσο μάλλον να βρίσεις κάποιον εξ ‘αυτών ή ακόμα χειρότερα να φτύσεις.
Επίσης απαγορεύεται δια ροπάλου να αρνηθείς να ποζάρεις χαμογελαστός σε ενσταντανέ με ερωτοχτυπημένες ή μη θαυμάστριες και σίγουρα θα πέσει φωτιά να σε κάψει αν δεν υπογράψεις στο μπράτσο, το χαρτί υγείας ή το κωλομέρι τους.
Γιατί, για να είσαι αγαπητός και «δοξασμένος», οφείλεις να επιδεικνύεις ισόβια ευγνωμοσύνη και ανοχή σε κάθε λογής συνέπεια της έκθεσης που συνεπάγεται ο κόσμος του θεάματος.
Στην ταμπακιέρα, ο Μπέζος υπήρξε πράγματι αγενής.
Οι θεατές της παράστασης, πλήρωσαν το αντίτιμο του εισιτηρίου για ν’ απολαύσουν δυο θεατρικές ώρες και στα σίγουρα το συμβάν δεν θα τους προκάλεσε ευχάριστα συναισθήματα.
Ωστόσο πριν στηθεί στο απόσπασμα, μήπως θα έπρεπε να σκεφτούμε το προφανές;
Η καλλιτεχνική αξία, ουδεμία σχέση έχει με την ανθρώπινη.
Ο ηθοποιός κρίνεται αποκλειστικά ως καλλιτέχνης.
Τη στιγμή της υπόκλισης, έχει πάψει να ερμηνεύει.
Εκεί στέκεται γυμνός απέναντι στο κοινό που τον τίμησε με την παρουσία του, δεν υποχρεούται όμως να προσπαθεί να είναι αρεστός.
Όσοι επισκέφτηκαν το θέατρο, το έκαναν για να παρακολουθήσουν τον ηθοποίο Μπέζο και όχι τον άνθρωπο Γιάννη.
Θεωρώ εξαιρετικά άδικο και παντελώς αφελές να καθορίζεται η τέχνη από βαθμούς δημοφιλίας.
Κάτι αντίστοιχο συμβαίνει και με τον Γιώργο Νταλάρα.
Φανατισμένοι υποστηρικτές και ακόμη πιο φανατισμένοι πολέμιοι, επειδή απλώς δε γουστάρουν το χαρακτήρα, τα λεγόμενα και τα πεπραγμένα του.
Οποιοσδήποτε γνωρίζει έστω τα στοιχειώδη από μουσική, δε μπορεί να μην αναγνωρίσει το καλλιτεχνικό του εκτόπισμα.
Έτσι τώρα και με τον Μπέζο.
Μας ξύνισε το γεγονός οτι δεν μπορούμε να τον θεωρούμε «δικό μας!».
Η τηλεόραση έχει κάνει μεγάλη ζημιά σε αυτό.
Οι καλλιτέχνες, μπαίνουν στα σπίτια, τα σαλόνια και τις κρεβατοκάμαρές μας.
Τους θεωρούμε οικείους, επειδή απλώς τους θαυμάζουμε ή έχουμε μεγαλώσει με τα έργα τους.
Ξεχνάμε πως στην ουσία, δεν έχουμε ιδέα ποιοι είναι.
Φανταζόμαστε τους πραγματικούς τους χαρακτήρες με τον τρόπο που μας βολεύει, θαυμάζουμε το σενάριο που έχουμε στήσει στο κεφάλι μας γι’ αυτούς και όχι την πραγματική τους διάσταση.
Κάπου εκεί έρχεται και η αποκαθήλωση.
Στην πραγματικότητα αυτό συμβαίνει, γιατί ξεχνάμε πως το «προϊόν» είναι η τέχνη τους και όχι οι ίδιοι.
Ο Μπέζος απλώς φαίνεται πως αυτή τη διαφορά του «προϊόντος» δείχνει να την έχει κατανοήσει σωστά.
Δε με ενδιαφέρει καθόλου να γίνω φίλη του.
Δε με ενδιαφέρει επίσης καθόλου αν είναι αγενής, άξεστος, θρασύς και απρόσιτος.
Με ενδιαφέρει μόνο οτι είναι ίσως ο καλύτερος Έλληνας ηθοποιος της γενιάς του.
Υποψιάζομαι όμως πως και εκείνον δεν τον ενδιαφέρει καθόλου η γνώμη μας.
Ίσως γιατί το πραγματικό ταλέντο, δεν έχει ανάγκη από περγαμηνές.