04/02/2014 – Φωτεινή Τέντη

Ξύπνησε από τη νάρκωση στην αίθουσα ανάνηψης των χειρουργείων.
Ήταν ένα λευκό δωμάτιο με δυνατά φώτα.
Ποτέ δεν κατάλαβε γιατί τα νοσοκομεία είχαν αυτό το παγωμένο λευκό.
Την ανατρίχιαζε. Είχε κάτι από την ψύχρα του θανάτου.
Κάθε χειρουργείο ήταν ζύγωμα στο θάνατο.
Η ολόλευκη αίθουσα σαν να τον έφερνε πιο κοντά.
Αισθανόταν το σώμα της βαρύ, γεμάτο επιδέσμους από τη μέση και κάτω.
Κοίταξε γύρω.
Τα κρεβάτια ήταν τοποθετημένα σε ίσες αποστάσεις το ένα δίπλα στο άλλο, με πανομοιότυπα λευκά σκεπάσματα και τις μπουκάλες οξυγόνου στο προσκέφαλο.
Κάποια ήταν κρυμμένα πίσω από λευκά παραβάν.
Προσπάθησε να κουνηθεί αλλά η κίνηση σβήστηκε, ένιωθε δυσκίνητη.
Στο χέρι της κατέληγε μια συσκευή ορού. Πιο κάτω ένας καθετήρας.
Ήταν ακόμα μουδιασμένη. Ένιωθε δυσφορία. Δεν ανέπνεε καλά.
Δεν ήξερε αν ήταν από τη νάρκωση ή από το αίσθημα εγκλωβισμού που την είχε κυριέψει.
Αυτή η αδυναμία να κινηθεί την τρόμαζε.
Η ανημποριά ήταν εξάρτηση. Έτρεμε τις εξαρτήσεις. Ήθελε να έχει πάντα τον έλεγχο, να μην έχει ανάγκη κανέναν.
Να μην ορίζει κανείς τις ώρες και τη ζωή της.
Είδε το γιατρό της δίπλα.
Κοιτούσε τα διάφορα μηχανήματα και κάτι ρύθμιζε στον ορό.
«Πώς είσαι;» τη ρώτησε χαμογελαστά.
«Δεν ξέρω, νιώθω μια δυσφορία» απάντησε.
«Θα σου δώσω λίγο οξυγόνο, δεν είναι τίποτα, είναι από τη νάρκωση».
Ο γιατρός τοποθέτησε τη μάσκα οξυγόνου στο πρόσωπό της.
Πήρε βαθιές ανάσες και ένιωσε λίγο καλύτερα.
«Γιατρέ, το παιδί, πώς είναι;».
«Όλα πήγαν πολύ καλά. Ο μπέμπης σου είναι υγιέστατος».
Η δυσφορία υποχώρησε. Ανάσανε πιο ήρεμα.
Εννιά μήνες τώρα, έτρεμε τη στιγμή αυτή, όπως κάθε γυναίκα που ετοιμάζεται να φέρει στον κόσμο ένα παιδί.
Σε πρώτο πλάνο, ήταν ο φόβος να είναι αρτιμελές και υγιές. Σε δεύτερο, η γέννα.
Και μετά ο φόβος για το άγνωστο που ερχόταν. Αυτός ίσως ήταν ο μεγαλύτερος.
Εννιά μήνες τώρα, συνειδητοποιούσε μέρα με τη μέρα ότι η ζωή της είχε αλλάξει για πάντα.
Η αίσθηση του εγκλωβισμού εναλλάσσονταν με την αίσθηση της απόλυτης ελευθερίας, πράγμα τρελό, γιατί ήξερε ότι η ανεμελιά της δεν θα ξαναγύριζε πια.
Την ύπαρξή της όριζε πλέον μια άλλη ύπαρξη, που της τα ζητούσε όλα.
Τι θα της έδινε πίσω δεν μπορούσε να το φανταστεί ακόμα, θα το ανακάλυπτε μέρα με τη μέρα.
«Ώρα να ανεβείς στο δωμάτιο. Εκεί θα δεις και το μωρό σου. Όπως συμφωνήσαμε, κανόνισα να μην είναι κανένας από τους δικούς σου μέσα, για να έχεις λίγη ώρα μόνη σου μαζί του. Ο μπαμπάς του ήταν ο πρώτος που τον είδε. Η καισαρική σού στέρησε αυτήν τη στιγμή, αλλά θα έχεις τόσες άλλες μαζί του που θα καλύψουν με το παραπάνω το κενό» της είπε ο γιατρός.
Την πήγαν στο δωμάτιο.
Μετά από λίγο, της έφεραν πλυμένο και ντυμένο έναν μικροσκοπικό κούκλο και τον ακούμπησαν στο στήθος της.
Ήταν αλήθεια. Ένα αφράτο μωρό που κοιμόταν, ροδοκόκκινο και υγιέστατο.
Όπως το αγκάλιασε, δύο πελώρια μαύρα μάτια άνοιξαν και την κοίταξαν έντονα.
Δεν το ήξερε ακόμα, αλλά αυτό το βλέμμα δεν θα το ξεχνούσε ποτέ.
«Νομίζεις πως είναι ώρα να φωνάξω τον άντρα σου;» τη ρώτησε ο γιατρός.
«Ναι» απάντησε και πρόσθεσε «…Γιατρέ, πονάω».
«Φεύγει η νάρκωση, γι’ αυτό. Θα κάνεις λίγο υπομονή».
«Για πόσο θα πονάω ακόμα;».
Θα πονούσε για πολύ, για όσο θα ήταν ζωντανή, όχι από την καισαρική όμως.
Οι ωδίνες της ευτυχίας θα την παίδευαν κάθε φορά που το πλάσμα στην αγκαλιά της θα έκλαιγε, αρρώσταινε, της αντιμιλούσε ή την απέρριπτε.
Και κάθε που εκείνο θα γέλαγε, τραγουδούσε ή τη χάιδευε, εκείνη θα έτεκε ευτυχία τέτοια που δεν είχε γνωρίσει πριν.
Αυτά ακόμα δεν τα ’ξερε.
Ούτε ήξερε πώς είναι δυνατόν να ζεις ολοκληρωτικά για μια άλλη ζωή, και συγχρόνως να ζεις τη δική σου πιο ολόκληρη από ποτέ.
Ήξερε όμως ήδη, ότι ο θάνατος και η ζωή εμφανίστηκαν πάλι χέρι-χέρι.
Έτσι όπως περπατάνε αιώνια.
Κι ας έκανε πάντα πως δεν το έβλεπε.