Ύστερα από χρόνια υπό το καθεστώς της μελλοθάνατης για ένα έγκλημα που πάντα ισχυριζόταν πως δεν διέπραξε, η Σόνια “Σάνι” Τζέικομπς βρήκε τελικά τη γαλήνη και τη θεραπεία στη γραφική ύπαιθρο της Ιρλανδίας. Ωστόσο, σε μια τελευταία τροπή της μοίρας, αυτό το καταφύγιο έμελλε να γίνει και ο τόπος του τραγικού της τέλους.

Η 78χρονη Τζέικομπς και ο φροντιστής της, Κέβιν Κέλι, βρέθηκαν νεκροί την Τρίτη, ύστερα από φωτιά που ξέσπασε στο αγροτόσπιτό της, κοντά στο χωριό Κάσλα, στην κομητεία Γκάλγουεϊ.
Ήταν το θλιβερό τέλος μιας ζωής που ενέπνευσε βιβλία, θεατρικές παραστάσεις και μία ταινία, τα οποία επεδίωξαν να μετατρέψουν την Τζέικομπς σε σύμβολο δεύτερης ευκαιρίας και φωνή ενάντια στη θανατική ποινή.
Οι υπηρεσίες έκτακτης ανάγκης ειδοποιήθηκαν για τη φωτιά στις 6:19 π.μ., ωστόσο όταν έφτασαν, διαπίστωσαν τον θάνατο της Τζέικομπς και του τριαντάχρονου Κέλι. Η αστυνομία εξετάζει το σπίτι για να διαπιστωθεί η αιτία της πυρκαγιάς.
Η είδηση προκάλεσε βαθιά θλίψη και κύμα συγκίνησης ανάμεσα σε φίλους και υποστηρικτές της. «Η Σάνι ήταν μια ακούραστη υπερασπίστρια της δικαιοσύνης και ένα φωτεινό παράδειγμα για όλους μας», ανέφερε το Sunny Center Foundation, ο μη κερδοσκοπικός οργανισμός που ίδρυσε για την καταπολέμηση των άδικων καταδικών. «Καλοτάξιδη, Σάνι. Η μνήμη σου είναι ευλογία για εμάς».
Το εγκληματικό παρελθόν του Τάφερο και οι δολοφονίες του 1976

Το 1976, η Τζέικομπς, τότε 28 ετών, ήταν μια νεαρή Αμερικανίδα χίπισσα που ταξίδευε στη Φλόριντα με την 10 μηνών κόρη της Κριστίνα, τον 9χρονο γιο της Έρικ, τον σύντροφό της και πατέρα της Κριστίνα, Τζέσι Ταφέρο, και έναν γνωστό τους, τον Γουόλτερ Ρόουντς, ο οποίος είχε παραβιάσει τους όρους αποφυλάκισής του.
Όταν ο Τζέσι Τάφερο ήταν 20 ετών, καταδικάστηκε για απόπειρα ληστείας και παραβίαση των νόμων περί σοδομισμού. Το 1976, βρισκόταν σε αναστολή για μια καταδίκη από το 1967 για απόπειρα βιασμού.
Στις 4 Μαρτίου 1967, ο Φίλιπ Βάινσενκερ εισέβαλε σε ένα διαμέρισμα και κράτησε όμηρο δύο γυναίκες. Βίασε τη μία και έδεσε την άλλη, πριν καλέσει τον Τάφερο. Όταν εκείνος έφτασε, επιχείρησε να βιάσει τη δεμένη γυναίκα και στη συνέχεια ανάγκασε την άλλη να του κάνει στοματικό έρωτα. Οι δύο άνδρες κράτησαν τις γυναίκες ομήρους για έντεκα ώρες, προτού διαφύγουν κλέβοντας ένα σάλι, ένα μαύρο δερμάτινο παλτό, ένα ρολόι Sheffield, κοσμήματα, ρούχα, ένα πιστολάκι μαλλιών και περίπου 150 δολάρια.
Ο Τάφερο συνελήφθη λίγες ημέρες αργότερα και ταυτοποιήθηκε από τα θύματα. Καταδικάστηκε για επίθεση με πρόθεση βιασμού, «παρά φύση έγκλημα», διάρρηξη και ληστεία. Του επιβλήθηκε ποινή κάθειρξης 25 ετών και αποφυλακίστηκε με αναστολή το 1974.
Οι Δολοφονίες, η Δίκη και η Εκτέλεση
Το πρωί της 20ής Φεβρουαρίου 1976, οι αστυνομικοί Μπλακ και Έρβιν πλησίασαν ένα αυτοκίνητο που ήταν σταθμευμένο σε χώρο ανάπαυσης αυτοκινητόδρομου για έναν τυπικό έλεγχο. Στο αυτοκίνητο κοιμούνταν ο Τάφερο, η σύντροφός του Σόνια «Σάνι» Τζέικομπς, τα δύο τους παιδιά (εννέα ετών και δέκα μηνών) και ένας γνωστός τους, ο Γουόλτερ Ρόουντς. Ο αστυνομικός Μπλακ εντόπισε ένα όπλο στο πάτωμα του οχήματος και ξύπνησε τους επιβάτες, ζητώντας πρώτα από τον Ρόουντς και μετά από τον Τάφερο να βγουν έξω.
Σύμφωνα με την κατάθεση του Ρόουντς, ο Τάφερο πυροβόλησε και σκότωσε και τους δύο αστυνομικούς με το όπλο (το οποίο ήταν νομίμως καταχωρημένο στο όνομα της Τζέικομπς, καθώς ο Τάφερο δεν μπορούσε να αποκτήσει άδεια λόγω του ποινικού του μητρώου). Στη συνέχεια, ο Τάφερο φέρεται να οδήγησε τους υπόλοιπους στο περιπολικό για να διαφύγουν. Ο ίδιος ο Τάφερο, όμως, υποστήριξε ότι ο Ρόουντς ήταν εκείνος που πυροβόλησε τους αστυνομικούς και του έδωσε το όπλο για να οδηγήσει ο ίδιος το περιπολικό.
Αργότερα, οι τρεις ενήλικες εγκατέλειψαν το περιπολικό, απήγαγαν έναν άνδρα και του έκλεψαν το αυτοκίνητο. Συνελήφθησαν λίγο μετά σε μπλόκο της αστυνομίας. Όταν συνελήφθησαν, το όπλο βρέθηκε κρυμμένο στη ζώνη του Τάφερο. Εξετάσεις ανίχνευσης πυρίτιδας έδειξαν υπολείμματα στην παλάμη του Ρόουντς συμβατά με την πρόσφατη χρήση όπλου, στον Τάφερο ίχνη από επαφή με όπλο που είχε πρόσφατα πυροβολήσει ή ενδεχομένως και από χρήση, ενώ και η Τζέικομπς και ο γιος της έφεραν ίχνη πυρίτιδας, ενδεικτικά επαφής με όπλο σε παρόμοια κατάσταση.
Ο Ρόουντς προχώρησε σε συμφωνία με τις εισαγγελικές αρχές, αποδεχόμενος μειωμένη ποινή για ανθρωποκτονία δευτέρου βαθμού με αντάλλαγμα την κατάθεσή του εναντίον του Τάφερο και της Τζέικομπς. Στην κατάθεσή του δήλωσε ότι η Τζέικομπς ήταν εκείνη που πυροβόλησε πρώτη από το πίσω κάθισμα και ότι στη συνέχεια ο Τάφερο πήρε το όπλο και σκότωσε τους αστυνομικούς.
Ο Ρόουντς ανακάλεσε την κατάθεσή του τρεις φορές — το 1977, το 1979 και το 1982 — δηλώνοντας πως αυτός ήταν ο δράστης. Ωστόσο, τελικά επανήλθε στην αρχική του εκδοχή. Ένας οδηγός φορτηγού που ήταν αυτόπτης μάρτυρας της σκηνής κατέθεσε ότι τα πρώτα πυρά φάνηκε να προέρχονται από το πίσω κάθισμα, όπου καθόταν η Τζέικομπς.
Οι δικηγόροι του Τάφερο υποστήριξαν ότι μόνο η Τζέικομπς θα μπορούσε να είχε αρχίσει την ανταλλαγή πυρών, λέγοντας χαρακτηριστικά:
«Ίσως όλο αυτό να μην είχε συμβεί ποτέ, αν εκείνη δεν είχε πυροβολήσει πρώτη.»
Τελικά, ο Τάφερο και η Τζέικομπς καταδικάστηκαν για φόνο πρώτου βαθμού. Οι ένορκοι συνέστησαν θανατική ποινή για τον Τάφερο και ισόβια για την Τζέικομπς. Ωστόσο, ο δικαστής Ντάνιελ Φατς — γνωστός με το προσωνύμιο «Maximum Dan» για τις σκληρές του ποινές — καταδίκασε και τους δύο σε θάνατο.
Ο Ρόουντς καταδικάστηκε σε τρεις ποινές ισόβιας κάθειρξης, αλλά αποφυλακίστηκε το 1994 λόγω καλής διαγωγής.
Τα παιδιά της Τζέικομπς πέρασαν στην επιμέλεια των γονιών της, οι οποίοι όμως σκοτώθηκαν σε αεροπορικό δυστύχημα το 1982. Μετά τον θάνατό τους, τα παιδιά χωρίστηκαν: η μικρή Κριστίνα μπήκε σε ανάδοχη οικογένεια, φίλων της μητέρας της.
Ο Τάφερο και η Τζέικομπς διατήρησαν τη σχέση τους μέσω αλληλογραφίας όσο βρίσκονταν στη φυλακή. Επειδή δεν υπήρχε γυναικείος θάλαμος θανάτου στη Φλόριντα, η Τζέικομπς κρατήθηκε σε απομόνωση για τα πρώτα πέντε χρόνια, με ελάχιστη επαφή με τον έξω κόσμο. Για να διατηρήσει την ψυχραιμία της, έμαθε γιόγκα, την οποία αργότερα δίδασκε σε συγκρατούμενες όταν μεταφέρθηκε στο γενικό πληθυσμό της φυλακής.
Η απελευθέρωση της Σάνι Τζέικομπς και η αποδοχή της ενοχής χωρίς παραδοχή
Το 1992, η Τζέικομπς εξασφάλισε το δικαίωμα σε νέα δίκη, όταν εφετείο έκρινε ότι η εισαγγελία είχε αποκρύψει κρίσιμα στοιχεία που θα μπορούσαν ενδεχομένως να αποδείξουν την αθωότητά της. Αντιμέτωπη με την πιθανότητα νέας πολύχρονης δίκης, επέλεξε τελικά να δηλώσει ένοχη βάσει του Alford plea για δύο κατηγορίες ανθρωποκτονίας δευτέρου βαθμού. Αποφυλακίστηκε αμέσως, καθώς ο χρόνος που είχε ήδη εκτίσει κάλυπτε την ποινή της, και έτσι αφέθηκε ελεύθερη τον Οκτώβριο του 1992.
Σύμφωνα με το αμερικανικό νομικό σύστημα, η δήλωση ενοχής τύπου Alford — γνωστή και ως δήλωση Kennedy στη Δυτική Βιρτζίνια ή Alford doctrine — είναι μια ιδιότυπη μορφή παραδοχής ενοχής. Ο κατηγορούμενος δηλώνει ένοχος στο δικαστήριο, χωρίς όμως να ομολογεί την ενοχή του, και συνεχίζει να υποστηρίζει την αθωότητά του. Ωστόσο, αποδέχεται την επιβολή ποινής επειδή αναγνωρίζει ότι τα στοιχεία της εισαγγελίας πιθανότατα θα οδηγούσαν σε καταδίκη πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Μια τέτοια δήλωση μπορεί να προκύψει όταν υπάρχουν συντριπτικά έμμεσα στοιχεία ή καταθέσεις μαρτύρων που ευνοούν την εισαγγελία, ενώ η υπεράσπιση δυσκολεύεται να εντοπίσει επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ή μάρτυρες που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη θέση του κατηγορουμένου.
Η ζωή στην Ιρλανδία, ο γάμος, και το τραγικό τέλος

Το 1998 επισκέφθηκε την Ιρλανδία για να μιλήσει σε εκδήλωση της Διεθνούς Αμνηστίας, όπου γνώρισε τον Πίτερ Πρίνγκλ, έναν Δουβλινέζο πρώην θανατοποινίτη που είχε εκτίσει 15 χρόνια για τη δολοφονία δύο αστυνομικών σε ληστεία, πριν τελικά αθωωθεί.
Η Τζέικομπς παντρεύτηκε τον Πρίνγκλ και μαζί εγκαταστάθηκαν στην ιρλανδική Γκάελταχτ του Γκάλγουεϊ, ζώντας μια απλή αγροτική ζωή. Και οι δύο εξέδωσαν τα απομνημονεύματά τους.
Η ιστορία της Τζέικομπς παρουσιάστηκε στο θεατρικό έργο The Exonerated, που παίχτηκε στο Λονδίνο, το Εδιμβούργο και τη Νέα Υόρκη, και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 2005. Τη Σάνι ενσάρκωσαν κορυφαίες ηθοποιοί όπως η Μία Φάροου, η Σούζαν Σάραντον (στην ταινία του 2005), η Λιν Ρέντγκρεϊβ, η Κάθλιν Τέρνερ, η Μπρουκ Σιλντς και η Μάρλο Τόμας.
Η Τζέικομπς έδινε διαλέξεις, ίδρυσε το Sunny Center Foundation. «Όλοι περνάμε δοκιμασίες στη ζωή, αλλά μπορούμε είτε να κοιτάμε πίσω είτε να συνεχίσουμε μπροστά. Εγώ διάλεξα να συνεχίσω», είχε πει στον Guardian το 2013.

Ο Πρίνγκλ πέθανε το 2023, σε ηλικία 84 ετών. Τα τελευταία χρόνια, η Τζέικομπς αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας.
Μερικοί γείτονές της λένε πως παρέμενε αισιόδοξη και πνευματικά ακμαία.
Άλλοι ότι ο θάνατος της με τον τρόπο αυτό ήταν Θεία Δίκη…