ΑΪΝΤΟΛΛΕΣ • Μαντάμ Φρικαρό – Μαρίνα Δημητρέλη
14/04/2013 – Μαρίνα Δημητρέλη

Η μάνα μου δούλευε μαγείρισσα σε ένα εργοστάσιο με κοτόπουλα.
Εξαιτίας αυτής της δουλειάς, η διατροφή μας, η ζωή μας, ακόμα και η ζωή που ακολούθησα αργότερα,προσαρμόστηκε ανάλογα.
Η εργοδοσία διέθετε δωρεάν μεσημεριανό φαγητό για τους εργαζομένους της.
Απίστευτο μου φαίνεται στις μέρες μας.
Καμιά φορά με έπαιρνε μαζί, υποθέτω για να με επιδεικνύει. Ήμουνα το καμάρι της, έλεγε.
Το εστιατόριο σερβίριζε και γλυκό, που το έφτιαχνε η μάνα μου με τα χεράκια της.
Τέλη της δεκαετίας του εβδομήντα κι εμείς ακόμα και στη φτώχεια μας, τρώγαμε γλυκό.
Βέβαια, κάθε Κυριακή μονάχα. Πότε σάμαλι, πότε γαλακτομπούρεκο.
Καμιά φορά σέρβιραν κι αγοραστές πάστες.
Όποτε το μενού είχε πάστα, παίζαμε μπουνιές με τα αδέρφια μου και πάντα έκαναν πίσω.
Εκείνοι ας έτρωγαν τα γαλακτομπούρεκα. Σκασίλα μου για τα γαλακτομπούρεκα.
Όπως ήταν φυσικό, δεν μας έλειψε ποτέ το κοτόπουλο.
Η εργοδοσία έδινε ένα κοτόπουλο την εβδομάδα, δώρο στους εργάτες.
Τι είδους «γλειψίματα» ήταν αυτά, ποτέ μου δεν κατάλαβα.
Είχε χορτάσει η κοιλιά μας κοτόπουλο, πάντως. Επιπλέον, είχαμε και τις δικές μας κότες στην αυλή.
Όταν δεν τρώγαμε το έτοιμο, έσφαζε η γιαγιά καμιά κότα.
Την κότα δεν τη γλίτωνες δηλαδή, με κανένα τρόπο.
Σπάνια δε, αλλά έχω να πω, πως τρώγαμε και κανένα κατσίκι.
Μια φορά φώναξε η γιαγιά μου το χασάπη να μας σφάξει ένα κατσικάκι που μεγάλωνε κι αυτό στην αυλή μας, μαζί με τις κότες.
Πεντάμορφο. Καθόμουν στο δωμάτιό μου κι άκουγα απέξω το κατσίκι να βελάζει πανικόβλητο.
Κάποια στιγμή σταμάτησε να ουρλιάζει.
Εγώ έκανα ώρες να βγω από εκεί μέσα. Αρνήθηκα με πείσμα να το φάω.
Τι τους έφταιξε; Δεν έφταναν οι κότες και τα κοτόπουλα;
Τουλάχιστον μ` αυτούς τους φόνους, είχα συμφιλιωθεί.
Η ζωή μας γενικά πήγαινε χέρι-χέρι με τα ζώα. Ακόμα και τα παιχνίδια μας.
Η γειτόνισσα είχε πεντέξι γουρούνια.
Τα γουρούνια προαυλίζονταν σε ένα μικρό στενό μεταξύ του στάβλου τους και του αχυρώνα.
Εγώ, τα αδέρφια μου και τα παιδιά της γειτονιάς, κάναμε μεγάλα σάλτα από την ταράτσα του αχυρώνα, μέχρι απέναντι, στην ταράτσα του στάβλου των γουρουνιών.
Φοβόμουν στην αρχή, αλλά κάποτε το τόλμησα.
Το έκανα πολλές φορές, μια φορά έπεσα μες τα γουρούνια.
Ήρθα φάτσα κάρτα με ένα τεράστιο χαμογελαστό γουρούνι.
Με κοίταζε με τα στενά του μάτια, σαν κινέζος μου είχε φανεί.
Το πώς τη γλίτωσα οφείλεται σε θαύμα.
Ο προστάτης των γουρουνιών μάλλον, που προστάτεψε εμένα και όχι εκείνο τελικά, γιατί μια μέρα η γιαγιά έτρωγε ένα κεφαλάκι γουρουνίσιο σούπα.
Ίδια μάτια με το δικό μου, το άτιμο.
Έσφαξε η γειτόνισσα ένα απ τα γουρούνια της, είχε υποχρέωση στη γιαγιά και της έφερε το κεφάλι.
Γουρούνι δεν τρώω. Μοσχάρια δεν είχα δει ποτέ, δεν είχαμε τέτοια στο χωριό.
Γι` αυτό τα τρώω τα μοσχάρια.
Αφού δεν τα έχω δει ποτέ μου, μπορεί και να μην είναι αληθινά.
Τρώω όμως πάντα, κοτόπουλο.
Έχω ένα δεσμό ζωής με τα κοτόπουλα. Μεγάλωσαν την οικογένειά μας.
Χωρίς αυτά τι θα είχαμε απογίνει; Χρωστάω πολλά στα κοτόπουλα.
Ό,τι έγινα, στα κοτόπουλα το οφείλω. Ακόμα κι αυτό.
Ρεπό είχε η μάνα μου κάθε Δευτέρα.
Τη Δευτέρα έπλενε, τη Δευτέρα ζύμωνε, φούρνιζε, έψηνε, σιδέρωνε. Περήφανα, χωρίς διαμαρτυρίες.
Το χειμώνα δεν στέγνωναν γρήγορα τα ρούχα.
Έκανε ένα κύκλο με καρέκλες γύρω από τη σόμπα, μέχρι που τα στέγνωνε όλα. Φανέλες, πουκάμισα, σώβρακα.
Το καλοκαίρι κάθε Δευτέρα έφτιαχνε και γεμιστά.
Αφού φούρνιζε που φούρνιζε, έριχνε κι ένα ταψί ντομάτες.
Ταλαιπωρία η γυναίκα. Τα μίσησα όλα αυτά που έκανε η μάνα μου.
Μισώ το μαγείρεμα. Δεν έγινα ποτέ σαν εκείνη.
Βρήκα μια θέση σε γραφείο. Ούτε κρυώνω, ούτε βρέχομαι. Ούτε φουρνίζω βεβαίως.
Μαγειρεύω κοτόπουλο δυο φορές την εβδομάδα και μια φορά μοσχάρι.
Το καλοκαίρι κάνω και γεμιστά.
Με μισή καρδιά όλα. Ίσα να επιβιώσουμε.
Γουρούνι ποτέ. Θυμάμαι τα μάτια τους.
Και θυμάμαι και τα μάτια της μάνας μου. Τα κουρασμένα της μάτια.
Γκρεμίσαμε το φούρνο στο χωριό.
Σκέφτομαι τώρα στη θέση του να φτιάξω ένα μικρό κηπάκι και μια κληματαριά να ξεκουράζεται στον ίσκιο της η μάνα μου τα καλοκαίρια.
Κι εγώ μαζί της. Να πίνουμε το απόγευμα καφέ ελληνικό από τα χεράκια μου.
Είμαι καλή στον καφέ, σωστό καϊμάκι και φουσκάλες.
Η μάνα μου είναι πια ξεκούραστη.
Έχει χρόνια που πήρε σύνταξη από τα κοτόπουλα. Κοντεύει τα ογδόντα.
Το καλοκαίρι μετακομίζουν κάνα-δυό μήνες στο χωριό. Πηγαίνω κι εγώ στην άδεια μου.
Τώρα δεν έχει ούτε κατσίκια, ούτε κότες, ούτε γουρούνια.
Οι αχυρώνες και το χοιροστάσιο είναι έτοιμα να πέσουν.
Η γειτόνισσα πάνε χρόνια που πέθανε και τα παιδιά της έχουν φύγει.
Περνάω καμιά φορά από το σπίτι της.
Ακούω παιδικές φωνές, μας βλέπω ξανά να πηδάμε από ταράτσα σε ταράτσα.
Όλα ξεδιπλώνονται μπροστά μου σαν ταινία. Ο φούρνος, τα γεμιστά, οι μυρωδιές, οι μνήμες.
Πιο πολύ από όλα όμως, λαχταρώ τη μυρωδιά της μάνας μου.
Αναπολώ εκείνες τις Δευτέρες που την είχα όλη την ημέρα μαζί μου.
Το βράδυ ξάπλωνα στα πόδια της κι ας ήτανε κατάκοπη.
Τα χέρια της μύριζαν Tide. Και χλωρίνη.
Και τις πάστες αναπολώ. Μια φορά το μήνα αγοράζω πάστες.
Φοβάμαι μήπως ξεχάσω, μη και δε γλυκαθούν οι μνήμες μου και δεν ξανάρθουν.