Woman's Life

Ο ΜΙΚΡΟΣ ΦΥΡΙΚΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΣΑΣ ΤΣΟΝΑΤΟΥ……συνεχεια!!!!

«Εκείνο το βράδυ έμελλε να είναι σημαντικό για τον μικρό Φυρίκη.
Ξύπνησε από τα κλάματα και τις φωνές τις μαμάς του που απαρηγόρητη καθόταν στην εξώπορτα του σπιτιού τους κοιτώντας μακριά στο δάσος.
-Μαμά μου γιατί κλαις; ρώτησε ο μικρός Φυρίκης.
-Αγάπη μου γλυκιά ο μπαμπάς σου…
-Τι έπαθε ο μπαμπάς μου;»
«-Τι έπαθε ο μπαμπάς, μαμά;
Την κοίταζε αγουροξυπνημένος και με τα μικρά ματάκια του διάπλατα περιμένοντας μια απάντηση.
Η κυρία Μάρω, γύρισε αργά, κοίταξε τον μικρό Φυρίκη λυπημένα και…»
«-Αχ μικρέ μου Φυρίκη! και ξέσπασε σε λυγμούς!
Ο μικρός Φυρίκης σαστισμένος και ανήμπορος να βοηθήσει τη μαμά του που την έβλεπε να κλαίει, κάθισε κάτω, έσκυψε το κεφάλι του στα γόνατα της, και περίμενε.
-Ο μπαμπάς αγάπη μου γλυκιά χάθηκε στο δάσος!»
«Χάθηκε στο δάσος» μονολόγησε ο μικρός Φυρίκης…
-Πως χάθηκε μαμά μου;
-Βλέπεις εκείνο το σύννεφο σκόνης μακριά-μακριά στην άκρη του δρόμου;
-Ναι ναι… είπε ο μικρός Φυρίκης.
-Εκεί μέσα είναι ο μπαμπάς σου!»
«Σάστισε δεν καταλάβαινε. Έβλεπε τη σκόνη μακριά πολύ… αλλά δεν ήξερε τι εννοεί η κυρία Μάρω.
-Πες μου πες μου! Που είναι;
-Τον πήρε το φορτηγό αγόρι μου! Τον πήρε να τον πάει να τον κάνει κομπόστα στο εργοστάσιο!!!»
«Είχε ακούσει ο μικρός Φυρίκης για το φορτηγό που έρχεται κάθε τόσο και παίρνει διάφορα μηλαράκια από το χωριό τους αλλά δεν φανταζόταν ποτέ ότι θα συμβεί στη δική του την οικογένεια, στον δικό του το μπαμπά!
Χιλιάδες εικόνες αστραπιαία πέρασαν μπροστά από τα μάτια του…
Χωρίς να πει λέξη στην κυρία Μάρω σηκώθηκε όρθιος…»
«Και άρχισε να τρέχει με τα μακριά του ποδαράκια όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο δρόμο που φαινόταν το σύννεφο της σκόνης.
-Φυρίκη! Φυρίκη! φώναξε η κυρία Μάρω.
Σε λίγο η φωνή της ακουγόταν πια μακριά. Ο μικρός Φυρίκης έτρεχε γρήγορα να προλάβει το φορτηγό που έκλεψε τον μπαμπά του!
Για πρώτη φορά και ενώ το τρέξιμο του έκοβε την ανάσα αισθανόταν ευτυχισμένος που έχει τόσο μακριά πόδια!»
«Έτρεχε ο μικρός Φυρίκης και τα μακριά του ποδαράκια νόμιζε ότι είχαν φτερά!
Δεν τον πείραζαν πια τα παιδιά που τον στραβοκοίταζαν και ψιθύριζαν συνωμοτικά. Δεν τον πείραζαν ούτε και τα άλλα μήλα που έβλεπε στα μάτια τους την απορία γιατί ήταν ψηλός και διαφορετικός.
Θα προλάβαινε το φορτηγό και θα έφερνε το μπαμπά του σπίτι και τίποτα άλλο δεν είχε σημασία!»
«Δεν κατάλαβε για πόση ώρα έτρεχε. Η ανάσα του ήταν κομμένη.
Η σκόνη που τόση ώρα κυνηγούσε όλο και απομακρυνόταν…
Μαζί και η ελπίδα του.
Όχι θα συνέχιζε ώσπου να μην αντέχει άλλο, ώσπου να προφτάσει, να πιάσει και να σταματήσει αυτό το μηχάνημα που έφερε τόση δυστυχία στο σπιτικό του.
«Τρέχα μικρέ Φυρίκη» του φώναζαν και τα ψηλά ποδαράκια του, έτσι νόμιζε πως άκουσε να λένε.»
«Πέρασε σχεδόν όλο το δάσος; ή έτσι νόμιζε;
Που ήταν;
Μακριά απ’ το σπίτι του, πολύ.
Τα πόδια του, τα πόδια του δεν τον κρατούσαν άλλο. Και η ανάσα του χανόταν πια…
Ξέπνοος έπεσε στα γόνατα του!»
«Άκουγε φωνές ή έτσι νόμιζε;
-Μπαμπά;; Μπαμπά;
Σηκώθηκε με όσες δυνάμεις του είχαν απομείνει. Κάπου πιο κάτω, τώρα πια ναι, ήταν σίγουρος, άκουγε φωνές!»
«Έτρεχε, περπάταγε, δεν ήξερε…αλλά πήγαινε εκεί που μέσα στο σκοτάδι κάτι φαινόταν.
Πλησίαζε και όσο πλησίαζε με κομμένη την ανάσα τόσο πιο πολύ ο τρόμος έκανε τα μακριά του ποδαράκια να λυγίζουν!
Δεν ήξερε τι θ’ αντικρύσει και φοβόταν πολύ!»
«Ένα μεγάλο κιβώτιο. Ξύλινο. Δεν ξεχώριζε καλά μες το σκοτάδι. Είχε κάτι σαν θέσεις, δεν έβλεπε…
Είχε ακούσει κάποια στιγμή τη μαμά του να μιλά ψιθυριστά με τον μπαμπά του και να το λένε καφάσι!
Αυτό ήταν λοιπόν το καφάσι!
Μέσα πολλοί γείτονες και άλλα μήλα από το χωριό…
Ασάλευτοι όλοι!»
«-Μπαμπά!
Μπαμπά! Που είσαι; Μπαμπά!»
«Ιδρωμένος, τρομαγμένος, έκπληκτος προσπαθούσε να ξεχωρίσει μες το σκοτάδι κάτι…
Ένα σημάδι που θα τον οδηγούσε στον μπαμπά του!
Δειλά προχώρησε στο δρόμο, προς το μέρος που ξεχώριζε πια καλά, το καφάσι…»
«Ο κυρ-Μένιος! Η κυρία- Βασιλική! Η Γιώτα και ο Μίμης… Όλοι εκεί! Μέσα στις θήκες από ένα πελώριο ξύλινο κατασκεύασμα και όλοι ασάλευτοι!
-Θεέ μου! είπε ο μικρός Φυρίκης!
Φοβόταν να τους ακουμπήσει μήπως και καταλάβει ότι πια ήταν…νεκροί!!!»
«-Ο μπαμπάς μου; Που είναι ο μπαμπάς μου;;;
Κράτησε την αναπνοή του μήπως και ακούσει ένα θόρυβο από το καφάσι! Έναν ήχο, μια τόση δα μικρή φωνή από κάποιον…από το μπαμπά του!!!
Τίποτα! Σιγή!»
«-ΜΠΑΜΠΑ!!! Ούρλιαξε!…….Συνεχιζεται…….

Σχολιάστε