«-Φυρίκη…
Άκουσε κάτι; Μα ναι! Άκουσε! Είναι ο μπαμπάς του! Αυτός είναι!
-Μπαμπά; Μπαμπά μου; Που είσαι;
-Εδώ Φυρίκη…Μα από που ακουγόταν η φωνή; Γύρισε γύρω από τον εαυτό του προσπαθώντας να καταλάβει από που έρχεται η φωνή. ΄
-Έρχομαι μπαμπά! Έρχομαι!!!»
«Ο κυρ Μανώλης συνέχιζε να μιλάει και ο μικρός Φυρίκης προσπαθούσε να καταλάβει από που ερχόταν η φωνή του.
Ναι, ήταν σίγουρος τώρα, από δεξιά στην άκρη από το μεγάλο θάμνο ερχόταν η φωνή.
Έκανε στροφή να τρέξει στο μπαμπά του και τότε από κει μακριά, στο βάθος του δρόμου, δυο τεράστιοι προβολείς τον τύφλωναν με το φως τους!»
«Δυο τεράστια φώτα σαν μάτια πελώρια μέσα στη νύχτα τον καθήλωναν!
Σαν υπνωτισμένος παρακολουθούσε αυτό το περίεργο «ζώο», να κινείται προς το μέρος του με ταχύτητα!»
«-Φυρίκηηηηηηηηη!!!!!!!!!!!! φώναξε ο κυρ Μανώλης με όση φωνή του είχε απομείνει!
-Φυρίκη φύγε από το δρόμο!!!
Σαν από λήθαργο ξύπνησε ο μικρός Φυρίκης και τίναξε προς τα πίσω το κεφαλάκι του.
Μα ναι, το έβλεπε καθαρά τώρα, ήταν το φορτηγό!!!
Με τα μακριά αδύνατα ποδαράκια του έδωσε ένα σάλτο και βρέθηκε στην άκρη του δρόμου.»
«Την ίδια στιγμή σχεδόν, το πελώριο φορτηγό με ένα εκκωφαντικό θόρυβο σταμάταγε στην ίδια θέση που λίγο πριν στεκόταν ο μικρός Φυρίκης.
Ο ίδιος έτρεχε προς το μέρος του κυρ Μανώλη. Έτρεχε και έβλεπε καθαρά πια τον μπαμπά του πεσμένο δίπλα στο θάμνο. Τον έβλεπε και έτρεχε κοντά του!
-Μα; πως τον έβλεπε; Πριν λίγο δεν μπορούσε να διακρίνει τίποτα; Τώρα; Τώρα γιατί έβλεπε τον μπαμπά του πεντακάθαρα;»
«Τα φώτα του τεράστιου φορτηγού έκαναν τη νύχτα μέρα!
Ένας θόρυβος που τον ξεκούφαινε δεν έλεγε να σταματήσει!
Και τώρα κάτι σαν σεισμός τον έκανε να πέσει από τα μικρά αδύνατα ποδαράκια του!
Μα τι συνέβαινε;
-Φυρίκη; Έλα γρήγορα εδώ! Γρήγορα! είπε ο κυρ Μανώλης.»
«Έτρεξε κοντά στο μπαμπά του που ήταν χτυπημένος. Το πόδι του ήταν πλακωμένο από ένα ξυλαράκι και το αριστερό του χέρι ήταν κάτω από κάτι φύλλα!
Μια βαθιά χαρακιά στο κόκκινο σώμα του έδειχνε ότι κάνει τον κύριο Μανώλη να υποφέρει!
Έντρομος ο μικρός Φυρίκης δεν ήξερε τι να κάνει!
-Μπαμπά μου; Πονάς;»
«Πονάω γιε μου αλλά δεν έχει σημασία αυτό. Τρέξε! Τρέξε να σωθείς! Φύγε! Βάλε τα μακριά σου ποδαράκια να τρέξουν και γύρνα σπίτι!
-Δεν πάω πουθενά χωρίς εσένα! είπε αποφασισμένα ο μικρός Φυρίκης!
Μακριά, έτσι του φαινόταν, μια φωνή σαν να ερχόταν από κάποιο γίγαντα, έκανε την νύχτα ακόμα πιο τρομακτική!
-Το βρήκα, εντάξει! Λείπουν μερικά. Να πάω να δω;»
«-Να πας. ακούστηκε η φωνή του άλλου γίγαντα!
Και σεισμοί, μετά…
Έτσι του φάνταζαν τα βήματα που κατευθύνονταν προς το μέρος τους!
Όχι δεν μπορεί να συμβαίνει αυτό, σκέφτηκε. Μόλις βρήκε τον μπαμπά του, δεν γίνεται να τον ξαναχάσει! Όχι!»
«Έπρεπε να σκεφτεί γρήγορα!
Δεν είχε χρόνο!
Ο γίγαντας όλο και πλησίαζε…»
«Ήταν πράσινος, με μακριά ποδαράκια και ήρθε η στιγμή να χρησιμοποιήσει ότι τόσα χρόνια τον βασάνιζε!
Έτρεξε γρήγορα και σκέπασε με το σώμα του το σώμα του μπαμπά του.
Φύλλα και κλαδάκια που ήταν τριγύρω τα έβαλε πάνω τους και… με κομμένη ανάσα, περίμενε…»
«-Τι κάνεις παιδί μου; Τρελάθηκες; είπε ο κύριος Μανώλης.
-Σςςςς μπαμπά!!! Θα μας καταλάβει! Έρχεται!!!»
«Ο κύριος Μανώλης δεν είχε παρά να δεχτεί την εντολή του γιου του. Έμεινε ακίνητος ενώ ο «σεισμός» όλο και πλησίαζε!
-Δεν βλέπω τίποτα άλλο. φώναξε ο γίγαντας και η βροντερή φωνή του έκανε το μικρό Φυρίκη ν’ ανατριχιάσει!
Τη γλιτώσαμε Θεέ μου! σκέφτηκε.»
«-Κάτσε έρχομαι! αποκρίθηκε ο άλλος γίγαντας και ένας δεύτερος «σεισμός» ξεκίναγε!
-Πόσα λείπουν από το καφάσι;
-Δεν ξέρω αλλά κάπου εδώ θα ‘ναι. Στάσου φέρνω το φακό.»
«Κόμποι ιδρώτα έτρεχαν στο μέτωπο του μικρού Φυρίκη. Ασάλευτος και τρομοκρατημένος ευχόταν να σωθούν.
Όμως…ένας πόνος που όλο και μεγάλωνε κάπου κοντά στα πλευράκια του, του δημιουργούσε την επιθυμία να κινηθεί. Δεν έπρεπε όμως, γιατί τώρα ένα έντονο φως ερχόταν καταπάνω τους!»
«-Γιε μου φύγε όσο είναι καιρός! ψιθύρισε ο κύριος Μανώλης. Δεν θέλω να σε πιάσουν!
-Ή μαζί θα γυρίσουμε σπίτι ή μαζί θα μπούμε στο καφάσι! είπε αποφασιστικά ο μικρός Φυρίκης.
Δυο σταγόνες ζεστές κύλησαν από τα μάτια του κύριου Μανώλη…
Μα τι σπάνιο πλάσμα μεγάλωνε τόσα χρόνια κι ας μην το είχε καταλάβει, ποτέ!»
«-Εκεί κάτω από τα φύλλα τι είναι;;; είπε ο ένας γίγαντας στον άλλο.
-Δώσε το φακό, πάω να δω. Σεισμοί ο ένας πίσω από τον άλλο! Τα φύλλα που είχε σκεπάσει το κορμάκι του για να καλύψει αυτόν και τον μπαμπά του, σε κάθε βήμα του γίγαντα έπεφταν δίπλα τους..
-Μπαμπά μου, σ’ αγαπάω. ψιθύρισε ο μικρός Φυρίκης, βέβαιος πια ότι ήταν θέμα χρόνου να τους ανακαλύψουν!»
«Σαν να σταμάτησε ο χρόνος. Σαν να πάγωσε όλο το δάσος. Σαν να μην ήταν εκεί. Σαν να ήταν ένας εφιάλτης σαν κι αυτούς που έβλεπε μικρός, ότι γίνεται όλο και πιο πράσινος και έτρεχε έντρομος στη μαμά του…
Σαν να ήταν ανήμπορος να τους σώσει ο μικρός Φυρίκης υπέκυψε στην μοίρα του, που το έβλεπε πια καθαρά, ήταν…το καφάσι!»
«-Έλα έλα, άστο πάμε. Θα κλείσει η πύλη του εργοστασίου και θα ‘χουμε πρόβλημα. φώναξε ο γίγαντας.
Το άκουσε αυτό ο μικρός Φυρίκης, ή από την αγωνία του και το φόβο του, άκουγε ότι ήθελε;;;
Μα όχι! Το φως που ολοένα και πλησίαζε δεν ήταν πια απειλή, αλλά έσβυνε σιγά σιγά. Πρώτη φορά στη ζωή του έκανε τόση χαρά, για τόσο σκοτάδι!»
«Όταν πια το φορτηγό με τα μήλα φίλους, συγγενείς και γείτονες απομακρύνθηκε αρκετά, ο μικρός Φυρίκης έκανε να κουνηθεί.
-Μπαμπά; Έλα να σηκωθούμε, έφυγαν.
-Ναι γιε μου, ναι…Μας έσωσες! Καμάρι της ζωής μου, είσαι το πιο λαμπρό μου αστέρι! είπε ο κύριος Μανώλης και δεν μπορούσε πια να συγκρατήσει τα δάκρυα που αβίαστα έτρεχαν στα κόκκινα μάγουλα του.»
«Πέταξε όσα φύλλα είχαν μείνει πάνω τους και έκανε να σηκωθεί.
Όμως…πονούσε τώρα πιο πολύ από πριν!…………Συνεχιζεται