–

Γράφει η Τζένη Κωνσταντίνου.
Το «κάθε πέρυσι και καλύτερα» γνωστή, γνωστότατη παροιμία.
Εξάλλου, έχω και μια αδυναμία στις παροιμίες.
Τις δέχομαι, όπως μάθαμε να δεχόμαστε τα αξιώματα στη γεωμετρία.
Δεν είχα όμως ποτέ φανταστεί, ότι θα έφτανε η μέρα που αυτό το «κάθε πέρυσι και καλύτερα» θα το έλεγα, θα το εννοούσα και θα ευχόμουν να μπορούσα να ταξιδέψω στο χρόνο, για να γυρίσω πίσω.
Αυτή την κατάντια, αυτή την παράνοια μέσα στην οποία ζω, ζούμε, για να είμαι πιο ακριβής, τα τελευταία χρόνια, δεν μπορούσε να τη συλλάβει ούτε η πιο τρελή μου φαντασία.
Είχα μια ζωούλα μούρλια.
Τίποτα σπουδαίο, αλλά εμένα μου έφτανε.
Τους φίλους μου, τις παρέες μου, καλλιτεχνικές κυρίως, τις καθημερινές σχεδόν εξόδους μου, το σπιτάκι μου μονίμως ανοιχτό, κόσμος έμπαινε, κόσμος έβγαινε, κόσμος έτρωγε, κόσμος έπινε.
Δεν θα ξεχάσω το σχόλιο μιας φίλης ψυχιάτρου, η οποία βλέποντας όλο αυτό το σούρτα-φέρτα, το είχε πιάσει το νόημα και μια μέρα μου είπε: «Ποια είσαι μωρή; Η Αικατερίνη των Μεδίκων;».
Αυτό με κλόνισε λιγουλάκι, το ομολογώ, αλλά το προσπέρασα.
Τι με ένοιαζε; Καλά δεν περνούσα;
Δούλευα σαν το σκυλί, το ταμείο γεμάτο κι εγώ κυρία.
Με τον παρά μου κανονίζω (για να το πω κομψά) και την κυρά μου, δεν λέει κάποια άλλη παροιμία;
Το σπίτι μεγάλο, η κίνηση ασταμάτητη, δούλευα μέχρι και 10 ώρες τη μέρα, καταλαβαίνετε, είχα και μια κυρία, αλλοδαπή, για να βοηθάει στις δουλειές.
Καλή κοπέλα, δεν λέω και δεν έχω τίποτα με τους αλλοδαπούς.
Μην παρεξηγηθώ, δηλαδή.
Όλη μέρα, λοιπόν, η κυρία κλαιγόταν.
Είχε έξοδα, είχε παιδιά, είχε υποχρεώσεις, ο άντρας της ήταν άνεργος, μια γκρίνια άνευ προηγουμένου.
Έδινα κι εγώ, ό,τι μπορούσα.
Ρούχα για τα παιδιά της, ρούχα για την ίδια, πράγματα για το σπίτι της, με δυο λόγια όσα της έλειπαν κι εμένα μου περίσσευαν.
Πριν από τρία «πέρυσι» τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν.
Άρχισαν τα ζόρια, αλλά άντεχα ακόμα.
Στο μεταξύ, η κυρία, η αλλοδαπή, είχε χτίσει σπίτι στην πατρίδα της, είχε χτίσει εξοχικό στην πατρίδα της, είχε αγοράσει αυτοκίνητο, έστελνε την κόρη της σε ιδιωτική σχολή, προόδευε.
Και μπράβο της.
Εγώ όμως πήγαινα με την όπισθεν.
Ο Πάγκαλος σαβούριαζε και δεν το είχα πάρει χαμπάρι ακόμα.
Και μην τολμήσει κανείς να βάλει λόγια στο στόμα μου, ο ίδιος το είπε. «Μαζί τα φάγαμε».
Βέβαια, εγώ ούτε μεζέ δεν πήρα, αλλά τέλος πάντων. Ας μην το κάνουμε θέμα.
Οι συνεργάτες μου άρχισαν να με φεσώνουν.
Περίμεναν τις επιστροφές του ΦΠΑ, τα χρωστούμενα από το Δημόσιο κι ένα σωρό άλλες παπαριές, για να βρούνε χρήματα να με πληρώσουν.
Το ταμείο άδειαζε και είχα πλέον μπει στην κατηγορία των «νεόπτωχων».
Την οποία, μεταξύ μας, την προτιμώ από την κατηγορία των «νεόπλουτων».
Καλύτερα ζητιάνα, παρά νεόπλουτη.
Αποφάσισα να συμμαζέψω τα έξοδα, να επιστρέψω στα πάτρια εδάφη όπου τουλάχιστον θα γλίτωνα το νοίκι.
Πράγμα καθόλου εύκολο. Μια ζωή στρωμένη που έρχεται τα πάνω κάτω.
Τι να γίνει; Προσαρμόζεσαι αναγκαστικά.
Αυτό όμως που με τσάκισε και, πάρτε το όπως θέλετε, ήταν όταν χρειάστηκε να πω στην εν λόγω κυρία ότι δεν θα μπορούσα πλέον να την πληρώνω, γιατί ήθελα να μαζέψω χρήματα για τη μετακόμιση, οπότε έπρεπε να βρει άλλη δουλειά.
Μου εξέφρασε τη βαθύτατη λύπη της (να είναι καλά η γυναίκα) και μετά, με βλέμμα που έκρυβε…ούτε κι εγώ μπόρεσα να προσδιορίσω τι ακριβώς έκρυβε, ένα είδος θριάμβου νομίζω ήταν, προσφέρθηκε να μου δανείσει το ποσό και της το επέστρεφα, είπε, όποτε μπορούσα.
Θα μου πείτε και τι μας τα λες τώρα όλα αυτά κυρά μου; Σκοτιστήκαμε.
Σίγουρα και καλά κάνατε.
Δεν ζητάω να με συμπονέσετε για τα δεινά μου.
Αλλά, ρε παιδιά, πείτε μου κι εσείς, ποιος περίμενε να μου προσφέρει τελικά το μεζεδάκι η αλλοδαπή;
Ποιος περίμενε ότι αυτοί που τόσα χρόνια ταΐζαμε, θα μας έδιναν στο τέλος και ελεημοσύνη;
Και πάλι θα μου πείτε, τώρα το θυμήθηκες;
Όχι, αλλά τώρα πια έχασα και την τελευταία μου ελπίδα.
Πρέπει να το έχει η κούτρα σου να γλείφεις κοκαλάκια.
Κι εμένα, δυστυχώς, δεν το έχει.
Ας πρόσεχα. Καλά να πάθω.
Θα μείνω να περιμένω την ανάπτυξη, αν την προλάβω, ενώ το γλέντι καλά κρατεί ακόμα.