Γιάννης Εμμανουηλίδης Εκφράσου ελεύθερα
…Κι όπως ακριβώς δεν μπορείς να είσαι οδηγός αν δεν πιάνεις το τιμόνι και δεν γίνεσαι δημοσιογράφος αν δεν είσαι λαμόγιος, έτσι ακριβώς δεν μπορείς να είσαι εστιάτορας αν δεν ετοιμάζεις φαγητά. Η απλή διακίνηση προετοιμασμένης τροφής δεν είναι δουλειά του εστιάτορα, αλλά του κ. Βερόπουλου ή του κ. Μπάμπη στη γωνία Επτανήσου και Ταταύλων, δηλαδή των επαγγελματιών εκείνων που βάζουν στις βιτρίνες των καταστημάτων τους την επιγραφή: «Πωλούνται τυποποιημένες τροφές». Έχοντας λοιπόν τη γενική ιδέα για το χαρακτήρα του επαγγέλματος του εστιάτορα, κι έχοντας ήδη πραγματοποιήσει όλες τις θερμιδοβόρες κολυμβητικές κινήσεις που προλαμβάνουν το αυχενικό, σκεφτήκαμε να κάτσουμε στην ψησταριά που ήταν δίπλα στην παραλία και είχε κανονικές ψάθινες καρέκλες ταβέρνας και όχι αυτές τις ταχά μου γκουρμέ-και-ταυτόχρονα-παραδοσιακές- άσπρες-καρέκλες τύπου Namos. Επίσης η παραθαλάσσια ψησταριά έφερε την ονομασία «Ο Χρήστος», πράγμα που την έκανε απείρως ελκυστικότερη απ’ ό,τι αν την είχαν ονοματίσει «Εύγευστον» ή «Το τσουκάλι της Βάλιας» (που σηματοδοτούν τη βιομηχανία παραδοσιακών-μεζεδοπωλείων-με-μεράκι, την τελευταία ίσως βαριά βιομηχανία της χώρας).
Α, ρε, Χρήστο, μερακλή! Δυστυχώς όμως, εντέλει ακόμα και το ψαγμένο πουλί πιάνεται από τη μύτη∙ ή μάλλον από τα κριτήρια που χρησιμοποιεί για να αποφύγει (φευ!) την μπακατέλα, την οποία δεν αποφεύγουν ποτέ, όπως ακράδαντα πιστεύει ο αφελής, όλοι οι υπόλοιποι πεινασμένοι παραθεριστές. Οι υπεροπτικές ψευδαισθήσεις μας θρυμματίστηκαν σαν τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, άμα τη αφίξει του καταλόγου. Να καταλάβω το κατεψυγμένο καλαμαράκι δίπλα από τη θάλασσα –πού να μπορέσει το Αιγαίο να τροφοδοτήσεις τόσα εκατομμύρια ουζοκατανύξεις… Άντε να ανεχτώ και την προτηγανησμένη πατάτα –έτσι και αλλιώς δεν παραγγέλνω γιατί παχαίνουν και ανεβάζουν τη χοληστερίνη… Αλλά, ρε μερακλή Χρήστο, με την παραθαλάσσια ψησταριά, τα κατεψυγμένα σου μπιφτέκια με κατέβαλαν. Πόσος χρόνος και πόσος κόπος χρειάζεται, δηλαδή, για να ζυμώσεις δέκα μπιφτεκάκια και να μας τα ψήσεις στα κάρβουνα; Μπιφτέκια είναι, όχι ζελέ ορτυκιού. Κιμάς, μουσκεμένο ψωμί, κανένα αυγό, αλατοπίπερο, ρίγανη, άντε και λίγο λάδι αν θες να το κάνεις πιο κομπλικιέ. Αν δεν μπαίνεις στον κόπο ούτε να φτιάχνεις μπιφτέκια, τι σκατά εστιατόριο είσαι; Όπως είπαμε και στην αρχή, ο οικοδόμος χτίζει, ο δάσκαλος διδάσκει και ο εστιάτορας φτιάχνει φαγητά. Κατά συνέπεια, ένα εστιατόριο που δεν φτιάχνει φαγητά δεν μπορεί να ονομάζεται εστιατόριο και ο ιδιοκτήτης του δεν μπορεί να ονομάζεται εστιάτορας. Θα μου πεις και πώς να το ονομάσουμε;
Να το βαφτίσουμε «Σερβιρατόριο»;
Πιθανότατα είναι κάτι ενδιάμεσο μεταξύ του «πήγα χτες ταβερνάκι» και του «πήρα κάτι κατεψυγμένα από το Βασιλόπουλο γιατί κάθομαι μέχρι αργά στη δουλειά και δεν έχω χρόνο να μαγειρεύω». Η εν λόγω ενδιάμεση κατάσταση θα μπορούσε να ονομαστεί «σερβιρατόριο» ή «κατανάλωση τυποποιημένων τροφών με θέα στο απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου». Εστιατόριο όμως με τίποτα. Τελικά φάγαμε ένα λεμονάτο κοτόπουλο τόσο λιτά μαγειρεμένο που θα μπορούσαν να το σερβίρουν και στον Ευαγγελισμό, ένα κοκκινιστό με σάλτσα στρέιτ το περιεχόμενο του τοματοπελτέ, και μια μελιτζανοσαλάτα, κυριολεκτικά του κουτιού (πράγμα που θα συνιστούσε βέβαια μέγα προτέρημα αν επρόκειτο για ζευγάρι υποδημάτων). Γυρίσαμε στο δωμάτιο με εκείνη την καταστρεπτική για τις διακοπές κακή διάθεση που προκαλεί ένα άσχημο γεύμα, η οποία μάλιστα όταν συνδυάζεται με αυτό το ταπεινωτικό αίσθημα ότι σε έπιασαν κορόιδο, οδηγεί σε πρώτο χρόνο σε ένα ουρανομήκες σιχτίρισμα για τη (μη χέσω) «ομορφότερη χώρα του κόσμου», και στη συνέχεια σε πολύ μελαγχολικές σκέψεις για τις προοπτικές του ελληνικού τουρισμού, που όπως λέει και η τηλεόραση είναι βαριά βιομηχανία του τόπου. Γιατί η ιστορία με το γίγαντα Χρήστο των κατεψυγμένων μπιφτεκιών δεν είναι κάτι που συμβαίνει μια φορά στις τόσες (σε μια τέτοια περίπτωση δεν θ’ άξιζε καν να καταγραφεί). Στις πανέμορφες και καταγάλανες Κυκλάδες (αλλά και παντού σε όλη τη χώρα, οπουδήποτε μαζεύεται τουρισμός) μάς σερβίρουν αρνάκι που μαγειρεύτηκε πριν μέρες για να καταψυχθεί στη συνέχεια και να ζεσταθεί στα μικροκύματα, και το οποίο κόβεται μόνο με μπαλτά∙ μάς πασάρουν για φρέσκα, ψαράκια των οποίων τα μάτια είναι τόσο κόκκινα που θα πρέπει να είχαν καπνίσει τόνους χόρτου κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο βυθό∙ μάς ποτίζουν καθαρτικούς ξυδιάδες που «είναι του αγροκτήματος μας»∙ μάς χρεώνουν 150 ευρώ ένα δωμάτιο του οποίου το ψυγείο δεν μπορεί ούτε να δροσίσει το μπουκάλι με το νερό. Όλο το προηγούμενο διάστημα οι επαγγελματίες του τουρισμού μας είχαν ζαλίσει τον έρωτα με τη ζημιά που κάνουν στον τουρισμό οι συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις. Μπορεί να ήταν κι έτσι. Τίποτα όμως δεν συγκρίνεται με τη ζημιά που κάνουν στον ελληνικό τουρισμό οι ίδιες οι τουριστικές επιχειρήσεις με τον απαράμιλλο συνδυασμό πανάκριβων τιμών και κακής εξυπηρέτησης που προσφέρουν. Χάρη σε αυτές τις σπουδαίες επιχειρήσεις, κάθε χρόνο τελειώνω τις διακοπές με τη σκέψη ότι «τελικά έπρεπε να ’χαμε πάει Ισπανία».
http://icookgreek.com/Ιστορίες/Να-τα-πούμε/Εκφράσου-ελεύθερα/item/κατεψυγμένα-μπιφτέκια