03/05/2013 –

Γράφει η Κατερίνα Σκληρού Κοσκινά.
Η αγαπημένη μου γιαγιά, που έχω και το όνομά της, η μητέρα του πατέρα μου, ήταν ένας από τους πιο γλυκούς και απλούς ανθρώπους που έχω γνωρίσει ποτέ μου.
Χήρεψε πολύ νέα, όταν ακόμα ο πατέρας μου ήταν μαθητής στο γυμνάσιο, ενώ οι δυο αδελφές του, ήταν λίγο μεγαλύτερες.
Όταν και τα τρία παιδιά της παντρεύτηκαν, η γιαγιά αφιερώθηκε στο μοναχισμό.
Πήγε σαν δόκιμη στο μοναστήρι στο Σοφικό, όπου εκεί χειροτονήθηκε σαν μοναχή και μετά σαν «μεγαλόσχημη».
Όλα αυτά τα χρόνια, ταξίδευε συχνά στα Ιεροσόλυμα.
Σε ένα από τα ταξίδια της, πήγε να προσκυνήσει στις φυλακές του Αποστόλου Πέτρου, όπου στο κτίσμα πάνω από το προσκύνημα, έμενε ένας Αρμένιος γιατρός με την οικογένειά του.
Με δικά της έξοδα και τις «ευλογίες» του Πατριαρχείου, βρήκε νέα κατοικία για την οικογένεια του γιατρού και μετέτρεψε όλο το κτίσμα σε μοναστήρι, όπου ακόμα και σήμερα είναι ένα από τα πιο κατανυκτικά προσκυνήματα στην παλιά πόλη της Ιερουσαλήμ.
Εκεί χειροτονήθηκε σαν Ηγουμένη, από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων, με το όνομα Αγαθαγγέλη.
Πολλές φορές μας είχε καλέσει να επισκεφτούμε την Ιερουσαλήμ και να μας ξεναγήσει στα προσκυνήματα.
Ήταν Πάσχα του 1991, όταν με την αδελφή μου Μέλκα, τον εξάδελφό μου, Κ. Κ. και τη γυναίκα του, αποφασίσαμε να επισκεφτούμε τη γιαγιά και να κάνουμε Πάσχα μαζί της, για πρώτη φορά.
Η αδελφή μου τότε δούλευε σαν δημοσιογράφος, ενώ ο εξάδελφός μου ήταν στα κεντρικά κάποιας Τράπεζας, ως οικονομολόγος.
Αυτός ήταν το μαύρο πρόβατο για τη γιαγιά, που της προκαλούσε απανωτά εγκεφαλικά, μια και είχε μια ιδιαίτερη προσκόλληση με το Βουδισμό, το Δαλάι Λάμα και προσπαθούσε πολλάκις να την πείσει, πωςο Ιησούς ήταν ένας απλός προφήτης, όπως ο Μωάμεθ.
Στο ταξίδι μας προς τα Ιεροσόλυμα, στο αεροπλάνο, γινόταν ένας απίστευτος χαβαλές, για το πώς θα ξεμπροστιάσουμε το κόλπο της Αφής του Αγίου Φωτός,
πώς θα γλιτώσουμε τη γιαγιά από το έμφραγμα, με τις δηλώσεις του ξαδέλφου μας και άλλα τέτοια χαριτωμένα.
Εννοείται πως το ταξίδι αυτό, το βλέπαμε σαν ευκαιρία να γνωρίσουμε έναν άλλο τόπο, τελείως εκδρομικά, με κανένα θρησκευτικό συναίσθημα.
Την επόμενη ημέρα από την άφιξή μας, η γιαγιά μας πήγε να επισκεφτούμε το Μεγάλο Ιερό Ναό, που πραγματικά είναι κάτι ασύλληπτο για το μέγεθος του.
Μέσα εκεί βρίσκονται όλα τα προσκυνήματα.
Πήγαμε λοιπόν να προσκυνήσουμε στον Πανάγιο Τάφο.
Πρόκειται για μια πολύ μικρή εκκλησία, μέσα σε όλο αυτό το τεράστιο οικοδόμημα, που με το ζόρι χωρούν δυο-τρεις άνθρωποι.
Υπάρχει μια πόρτα μπροστά, όπου μπαίνει μόνο ένας-ένας στο προσκύνημα.
Πρώτος μπήκε ο ξάδελφός μου, μετά η γυναίκα του και τρίτη η αδελφή μου.
Περιμέναμε να βγει η αδελφή μου λοιπόν για να μπω κι εγώ, αλλά δεν έβγαινε.
Κάποια στιγμή κι ενώ ο κόσμος πίσω μου είχε αρχίσει να διαμαρτύρεται, μπήκε η γιαγιά, για να δει αν είναι καλά.
Η γιαγιά βγήκε αμίλητη και πέρασαν άλλα δυο-τρία λεπτά, για να βγει και η αδελφή μου...άσπρη σαν φάντασμα.
Αργότερα στο μοναστηράκι, μας είπε φανερά σοκαρισμένη, τι είχε συμβεί.
Μπαίνοντας μέσα και κάνοντας το σταυρό της βιαστικά, σκέφτηκε: «Σιγά μην είναι εδώ ο Τάφος του Χριστού…Πού το ξέρουμε μετά από τόσες εκατοντάδες χρόνια;».
Την ίδια στιγμή, λύγισαν τα γόνατά της και χτύπησε με δύναμη το σαγόνι της πάνω στην πλάκα του Τάφου.
Προσπάθησε να σηκωθεί, αλλά μάταια.
Ο πανικός που ένοιωσε ήταν απίστευτος.
Γονατιστή και δακρυσμένη ζητούσε από το Θεό να τη συγχωρήσει που αμφισβήτησε την Ιερότητα του Τάφου, για να καταφέρει να σταθεί στα πόδια της, όπως και έγινε, λίγα λεπτά μετά.
Το δεύτερο περιστατικό που θυμάμαι από αυτό το…παράξενο ταξίδι, είναι το θαύμα της Αφής του Αγίου Φωτός, που σχεδιάζαμε να ξεσκεπάσουμε…
Μπήκαμε στον Ιερό Ναό τη Μεγάλη Παρασκευή, το βράδυ.
Ο Πανάγιος Τάφος σφραγίζεται με κερί από Εβραίους στρατιώτες, αφού έχουν ελέγξει εξονυχιστικά, για οτιδήποτε θα μπορούσε να ανάψει φωτιά.
Οι πόρτες του Ναού κλείνουν κάποια στιγμή, με ένα πλήθος 3.000 περίπου ανθρώπων στο εσωτερικό του, που με λίγο νερό και παξιμάδια, περιμένουν καρτερικά την επόμενη ημέρα.
Λίγο πριν τις 12.00 μπαίνει ο Πατριάρχης με ένα λευκό χιτώνιο και γονατιστός προσεύχεται για το Φως.
Εδώ συνέβη το εξωπραγματικό…
Πάνω από τον Πανάγιο Τάφο, εμφανίζεται ξαφνικά κάτι σαν λάμψη, σαν υπερκόσμια αχτίδα.
Τα καντήλια ξαφνικά ανάβουν, όπως και αρκετά από τα 33 κεριά της Ανάστασης που κρατούν οι άνθρωποι στα χέρια τους.
Έτσι… ξαφνικά…με μια φωτεινή γαλάζια φλόγα, που δεν καίει!
Την ακουμπάς στο πρόσωπό σου, στα χέρια σου και δεν καίγεσαι!
Για όση ώρα χρειάζεται να αδειάσει ο τεράστιος Ναός από το πλήθος.
Το ταξίδι της επιστροφής μας στην Αθήνα, ήταν πολύ διαφορετικό από τον πηγαιμό μας στα Ιεροσόλυμα.
Ήμασταν και οι τέσσερις αμίλητοι και θυμάμαι μόνο τα λόγια του εξαδέλφου μου κάποια στιγμή.
…«Καλά, τώρα εμείς πού πάμε;»…
Η πολυαγαπημένη μου γιαγιά, «κοιμήθηκε» κάποια χρόνια αργότερα, σε ένα ταξίδι που έκανε στην Ελλάδα, τον Δεκέμβρη του -95.
Αναπαύεται στη Μονή της Αγ. Παρασκευής, στους πρόποδες της Πάρνηθας και δεν σας κρύβω πως πολλές φορές τη νοιώθω δίπλα μου, όταν οι αντοχές και οι δυνάμεις μου λιγοστεύουν, «εδώ που ήρθαμε» μετά από εκείνο το ταξίδι.
Καλή Ανάσταση.